Σελ. 3

Αλλά εγώ ήμουν πλιά αποτελειωμένος. Σε λίγες μέρες λαβαίνω από το θείο μου το ούλτιμο τάγιο, την τελειωτική μαχαιριά. Μου έγραφε:

Ανηψιέ μου, ήσουν πάντα κατεργάρης και παραλυμένος. Σούρθε η τύχη σαν στραβή και την κλώτσησες. Πολύ γρήγορα θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, μα θάναι αργά. Τώρα κάτσε εκεί που κάθεσαι. Είναι περιττό να ξεκουμπιστής εδώ. Ούτε θέσι θαύρης, ούτε προίκα. Άειντε χάσου, τενεκέ!

Ο θείος σου Αλέξης

Δεν έμαθα τι απέγινε η αναφορά. Υποθέτω όμως ότι θα μπαινοβγαίνη ακόμα από γραφείο σε γραφείο χάριν της ιεραρχίας!…

Κ. Σκόκος Αθήνα 1889

 

Ελληνικά