Σελ. 3

Ελληνικά

Δεν κάθομαι να κάνω δια κάθε πράμα την εξιστόριση του μεγαλείου του· επειδή τούτο ήθελεν άντισκόβει εξακολουθινά. τη διήγηση, και ήθελε γένεται οχληρό δια εσάς, ενώ ίσως και περιττό ήθελε σας είναι αφού γνωρίζοντες ότι ο Πλανήτης εκείνος είναι χίλιες διακόσιες ή χίλιες τετρακόσιες φορές μεγαλήτερος από τον ιδικόν μας Πλανήτη, ευκόλως ημπορείτε να φαντασθήτε ότι κατ’ αναλογίαν, και από τα εκεί αντικείμενα καθένα θέ να είναι απάνου – κάτου χίλιες – διακόσιες, ή και περισσότερες φορές, μεγαλήτερο από τα εδικά μας.

Έτσι, φαντασθήτε τί ανθρωποι ήσαν εκείνοι! τί αίθουσα ήτον έκείνη! τί ταβλί ήτον εκείνο εις το οποίον εκάθοντο! και τι παρρησία έκανα εγώ εμπρός τους ! παρρησία που τους εχρειαζόντανε μικροσκόπια δια να με βλέπουνε! Μ’ επερνούσανε από χέρι σε χέρι, και καθ’ ένας με το μικροσκόπιό του μ’ εκοίταζε, μ’ εθαύμαζε την παντοδυναμίαν τού Υψίστου ότι ως και έντομα ανθρωπόμορφα έβαλε στη φύση.

 

Βέβαια, ελέγανε, δεν θαν είναι τούτο μόνο του. Πρέπει να είναι και άλλα ’σαν ετούτο· και ο Θεός ο Μέγας τα έβαλε στή φύση δια να ταπεινώση την οίησή μας, θέτοντας την ανθρώπινη μορφή μας εις έντομα.

Έγω τα άκουσα όσα ελέγανε· επειδή για καλή τύχη, έμιλούσανε γραίκα! Το ομολογώ ένώ στην άρχή το μέγεθός τους μ’εφόβιζε, το άκουσμα έπειτα τής γλώσσας τους μ’ εχαραποίησε· και μ’ έμψύχωσε τόσο, πού τους έκόντευα μ’ ευχαρίστηση, κ’ επιθυμούσα να βαλθώ σε συγκοινωνία μ’ εδαύτους.

Δεν είναι τίποτε πού να χαροποιή περισσότερο σε ξένον Τόπο, από το άκουσμα της γλώσσας μας. «Κ’ έγώ» ’μιλώ ’σαν κ’ εσάς», εφώναξα, χωρίς σχεδόν ναν το θέλω. Εκείνοι πάλι εκοιταχθήκανε ανάμεσό τους και είπανε. «’Μιλεί!» – Και μ’ εκοιτάξανε με ιλαρότητα και με αγάπη, και πάλιν είπανε. «’Σαν εμάς ’μιλεί! Μπορούμε λοιπόν να μάθωμεν από αυτό ό,τι θέλουμε διά τον εαυτό του, και διά τα όμοιά του».

Ο ήχος της φωνής του έπεφτε απάνου μου ’σα βροντή· και υποθέτω ότι η φωνή η ’δική μου έφθανε μόλις εις τα’ αυτιά τους, μόλον όπού εφώναζα με όλη μου τη δύναμη· επειδή κ’ εκείνοι, όταν άκούσανε είς εμε τη γλώσσα τους, μ’ επέρνανε μ’ ευχαρίστησή τους με το τσιμπίδι τους και μ’ εβάνανε στ’ αυτί τους, διά να ακούν την απόκρισή μου.

«Είναι και αλλά ’σαν εσέ στα λάχανα που ήσουνε;» Τούτη ε στάθηκε η πρώτη τους ερώτηση.

«Όχι, τους είπα εγώ. Και τους εδιηγήθηκα πούθε, και πως επήγα στον τόπο τους. Εκείνοι τότε δεν αμφιβάλανε πλέον ότι ο θαυμάσιος εκείνος πηγαιμός μου ήτανε Θεού πρόνοια, δια να ταπεινώση την ανθρώπινή τους αγερωχίαν, δείχνοντάς τους ότι
δεν πρέπει να υπερηφανεύονται, τόσον εις τάχα τελειότερον ανθρώπινον σχηματισμόν τους, αφού και έντομα ακόμη τον έχουν.

Ηθελήσανε ακολούθως να μάθουν’ από εμέ τα της Σφαίρας μας. Κ’ εγώ εστοχάσθηκα ναν τους ειπώ δια την Ηπειροθεσσαλία· και, πως ελπίζουμε εντός ολίγου να πάρωμε τα Γιάννινα. Μα είδα με μεγάλη μου έχπληξη μου δεν εκαταλαβαίνανε τίποτε απ’ όσα τους έλεγα και μόνον επροσέχανε στον ήχον της φωνής μου, που ως ελέγανε, τον ευρίσκαν όμοιον μ’ εκείνον του κουνουπιού τους! Περίεργο! έλεγα εγώ με τον νουν μου, τέτοιοι άνθρωποι, και να μη γνωρίζουνε γεωγραφία! Κρίμα στην κορμοστασιά τους.

Ηθελήσανε να μάθουνε αν είχαμε ιδέαν της υπάρξεως του Θεού. Και εγώ τους είπα ότι εμείς μάλιστα γνωρίζουμε τον αληθινόν Θεόν, τον Ποιητήν και Νομοθέτην του απείρου Παντός.

Σε τούτο εδείξανε να ευχαριστιούνται και να θαυμάζουνε ότι τάχα η γνώριση της υπάρξεως ου Θεού φθάνει έως εις τα έντομα. Και αν ήθελε μείνω έως εδώ, ήθελε τη βγάλω με τιμή ανά μεσό τους, Αλλ’ εγώ ενθαρρυνόμενος από την πρώτη μου επιτυχία, ενόμισα να δρέψω και περισσότερες δάφνες, κάμνοντας επίδειξην της όλης θεολογίας μας.