Σελ. 3

 Και οι δύο αυτές κατηγορίες των «σωματικών δούλων» βρίσκονται πάντοτε σε διαρκή αναζήτηση τρόπων και μεθόδων ανεξαρτητοποίησής των και είναι περισσότερο από βέβαιο ότι κάποτε θα την πετύχουν. Η Ιστορία δεν μας έχει παραδώσει παραδείγματα για το αντίθετο. Συνεπώς μπορούμε χωρίς δισταγμό να πούμε πως οι κατηγορίες αυτών των δούλων είναι «αυξημένης επικινδυνότητας» για τους αφέντες τους, και ο χρονικός ορίζοντας της επανάστασής τους είναι πάντα ορατός. Την στιγμή αυτήν, της απελευθέρωσής τους, οι δούλοι αυτών των κατηγοριών δεν την περιμένουν να έλθη εξ ουρανού, αλλά –και ιδιαιτέρως οι πρώτοι– κινούν για τούτο τα χέρια τους.

Μέχρι στιγμής λοιπόν, το συμπέρασμα είναι ότι οι μεν «ηθικοί δούλοι» δεν συνιστούν κίνδυνο ένεκα της «εις εαυτόν δουλείας» για το κοινωνικό σύνολο αλλά ούτε και, κατά μείζονα λόγο, για τους αφέντες–εξουσιαστές, λόγω της κατά μόνας δράσης τους. Αντιθέτως, οι δύο υποκατηγορίες των «σωματικών δούλων», δηλαδή οι από ήττα σε πόλεμο και οι από άγρα, συνιστούν εκ φύσεως εστία υψηλότατου κινδύνου γι’ αυτούς – και τούτο είναι γνωστό στους αφέντες εξουσιαστές.

Η τρίτη και τελευταία μορφή δουλείας είναι η πνευματική. Σημειώσαμε και προηγουμένως ότι η μορφή αυτή της δουλείας αυξήθηκε σε άκρως επικίνδυνο βαθμό κατά τα τελευταία εκατό περίπου χρόνια. Για πρώτη δε φορά, συνοδευόμενη και από υψηλότατο βαθμό σωματικής βίας, έκανε την εμφάνισή της κατά τους χρόνους του Μωϋσή με εφαρμογή της επί του έθνους των Εβραίων, το οποίο βεβαίως, και κατ’ εντολήν των εξουσιαστών του, απείχε παντελώς και ανέκαθεν της φιλοσοφίας, των επιστημών, των τεχνών. Η δε ιστορική και πολιτιστική διαδρομή τους, καταγεγραμμένη στην βίβλο τους και τα ταλμούδ με όποια ψεύδη, παραμύθια και υπερβολές, έδειξε –και αυτών οι αρχηγέτες πρώτοι γνώριζαν ως δυνάμενο να πραγματωθή– πόσο εύκολα μπορείς να επιβάλης την θέλησή σου σε ένα σύνολο του οποίου οι γνώσεις περί το ΕΙΝΑΙ περιορίζονται σ’ αυτό που εσύ του μεταφέρεις ή, αν αυτό κριθή αναγκαίο, σ’ αυτό που του ΕΠΙΒΑΛΛΕΙΣ να γνωρίζη.

Το ζήτημα λοιπόν έχει δύο πόλους: ο ένας αφορά στο πώς δεν θα επιτρέψης στο αντικείμενό σου να προσλαμβάνη γνώση που δεν εγκρίνεις και ο άλλος στο πώς θα το υποχρεώσης να κατηχήται με αυτά που εσύ θέλεις.

Αυτός ο διπολικός προβληματισμός των εξουσιαστών είναι ίσως το μοναδικό στοιχείο στην ανθρώπινη ιστορία, το οποίο, από την στιγμή που εντοπίστηκε, δεν έχει μετατωπιστή ούτε ένα χιλιοστό της μοίρας. Εκείνο που άλλαξε –προς το χειρότερο για τα έθνη– είναι τα μέσα επιβολής ΑΓΝΟΙΑΣ (δηλαδή του να μην πληροφορούνται αυτό που οι εξουσιαστές δεν θέλουν) και ΓΝΩΣΗΣ (του να πληροφορούνται αυτό που θέλουν ή, στην χειρότερη για τους εξουσιαστές περίπτωση, όσο λιγώτερα από τα πρώτα και όσο περισσότερα από τα δεύτερα).

Κατά τα τελευταία εκατό χρόνια –και ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι.– οπότε η ανάπτυξη της ελεγχόμενης από τους ίδιους τεχνολογίας έφτασε σε πολύ υψηλά επίπεδα, αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι ένας ήταν ο σίγουρος τρόπος: η μείωση του ελεύθερου χρόνου του ατόμου, που «είχε επικίνδυνα αρχίσει να αυξάνεται». Λιγώτερες ώρες εργασίας («δουλειάς»)/υψηλότερες αποδοχές ήταν πιθανόν να οδηγήσουν το άτομο σε αναζητήσεις – αναζητήσεις που οι εξουσιαστές για κανένα λόγο δεν ήθελαν.

Και έκαναν το πολύ απλό – και ως εκ τούτου ιδιοφυές: μετέτρεψαν το σκαλοπάτι της «ηθικής δουλείας» σε κεφαλόσκαλο. Έρριξαν στην αγορά οποιοδήποτε «προϊόν» θα δημιουργούσε ανάγκες στο άτομο, ανάγκες τέτοιες και έτσι δοσμένες, οι οποίες δεν θα του επέτρεπαν να βλέπη κάτι άλλο, παρά μόνον το πώς θα τις ικανοποιήση, μέσα από ένα ενσπειρώμενο πνεύμα καταναλωτικότητας, που εμπεριέχει ως συστατικό του και το σπέρμα της σύγκρισης προς το «έχειν και κατέχειν» του γείτονα. 

Ελληνικά