Σελ. 3

Ελληνικά

Το καλούπι λάθος βγήκε
κι η ανάσα λάθος μπήκε
στου πηλού μία σχισμάδα
κι έγινε η κουτουράδα,
καθώς φύσηξε την μύτη
κατά τον αποσπερίτη
για ν’ απαλλαγή απ’ την σκόνη
που η λασπουριά σηκώνει.

Κι όταν είδε ’κεί εμπρός του
να ορθώνεται ο εχθρός του,
θύμωσε και σπάστηκε
και τον καταράστηκε.

«Δεν μπορώ να σ’ αποφτιάξω,
μα τα φώτα θα σ’ αλλάξω,
εικόνα και ομοίωσή μου,
δυστυχία περισσή μου.

»Από τούτο δω το δέντρο,
που ’ναι της ζωής το κέντρο,
τους καρπούς δεν θα αγγίξης
κι αν τολμήσης, θα βογγήξης.

»Ως θεός έκανα λάθος,
μα να φορτωθώ το πάθος
που θα φέρης πλώρα-πρύμα,
είναι άδικο και κρίμα.

»Λάθος μου είσ’ ό,τι κι αν γίνης
λάθος μου θα παραμείνης,
λάθος και θα στο φωνάξω:
τούβλα ήθελα να φτιάξω».
Γ. ΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ / Εν Αθήναις, 1992