Ταξίδι στον πλανήτη Δία

Ελληνικά

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΔΙΑ

Ήτανε λαμπρή ’ξάστερη βραδιά καλοκαιριού, που, ’ξάπλωμένος απάνου στο παραθάλασσο της εξοχής μου, και γεμάτος οίησην, εκοίταζα τ’ άστρα, βυθισμένος σε μεταφυσικές εδικές μου σκέψεις.

Γεμάτος οίησην επειδή Γη και θάλασσα και πάντα τα εν αυταίς, όλα υποχείρια του ανθρώπου. Κ’ εγώ, καθό άνθρωπος, εθεωρούσα τον εαυτό μου Κύριον του Παντός.

Ο ούρανος είχε γένει δια με· δια να με δεχθή εντελέστερον με τα θάνατον. Και τα ουράνια φωτεινά σώματα, δια να θέλγουν εν τοσούτω την εδώ ύπαρξή μου. Καταλαβαίνοντας και εις το άτομό μου, εγώ ήμουνα το κέντρον της απειρότητος και ο σκοπός της Χτίσεως!

Ζευς ήτον εκείνο το άστρο που περσότερο μου εγέμιζε το μάτι. Λαμπρό και μεγάλο άστρο! Κόσμος εκείνος, καθώς λένε οι αστρονόμοι μας, χίλιες διακόσιες φορές μεγαλήτερος από τόν έδικό μας Κόσμο! Αν εκειός ο Πλανήτης, έλεγα με τον νού μου, είναι κατοικημένος από έμψυχα όντα, τα όντα εκείνα, άνθρωποι, ή άλλο, θάν είνε βέβαια μεγάλα αναλόγως με τον όγκον του πλανήτη τους· και ίσως και αναλόγως νοήμονα. Άλλά εν ταυτώ, η φιλαυτία μου δεν μου επέτρεπε να παραδεχθώ άλλα όντα νοημονέστερα από εμάς, και μόνον άκουα μέσα μου μια μανιώδη περιέργεια να μάθω τι ήτον εκεί – επάνου.

Διατί, έλεγα με τον νου μου, να μη ’μπορούμε να έχωμε συγκοινωνίαν ανάμεσά μας, εμείς μ’ εκείνους; Εκείνοι να έρχoντ’ εδώ σ’ εμάς, κ’ εμείς να πηαίνωμ’ εκεί σ’ εκείνους; Πόσα πράματα ήθελε μάθουμε! Σε πόσα ήθελε ίσως ξεγελαστούμε!

Η θωριά του Άστρου εκείνου μ’ εμάγευε. Δεν ημπόρησα να ξεκολλήσω τα βλέμματά μου απάνουθέ του· και η επιθυμία του ναν το γνωρίσω, μ’ εκόντευε σ’ αυτό, και σχεδόν μ’ επήγαινε.

Ο Δάντης έκαμε και μακρύτερα ταξίδια ζώντας του· επειδή και στην Κόλαση επήγε, και στο Πουργατόριο, και στον Παράδεισο· και δεν άφησε τρύπα αγύριστη σ’ εκείνες τες ουράνιες κατοικίες. Θα πήτε πως εκείνος

Tanto era pien di sonno in su quel punto,

που μπορεί νάν τάειδε στον ύπνο του. Μα Βολταίρος, ά, εκεινού ήσαν έξυπνοι οι ήρωές του, κ’ επηαίνανε από Κόσμο σε Κόσμο με τη μεγαλήτερην ευκολιά, και μας αφήσανε αποταμιευμένα στα ημερολόγιά τους, με όλην την ακρίβειαν τα όσα είδανε σ’ εκείνους τους Κόσμους, και τον τρόπο με τον οποίον επήγαινε. Έτσι,

Του πρώτου τα πατήματα

Διοφύρι του δευτέρου,

αποφάσισα κ’ εγώ το ταξίδι μου, το εσχεδίασα, εκαιροφυλάχτησα. και όταν η αχτίνες του Ηλίου μας, περνώντας από την επιφάνεια της Γης μας, επέφτανε στον Πλανήτη Δία, αγκάλιασα μία, την εκαβαλλίκεψα, και ως στρίψη ματιού ευρέθηκα στο περιπόθητό μου άστρο.

‘Ριμμένος μέσα σ’ εν’ απέραντο δάσος άλλου Πλανήτη, κάθε πράμα ήτανε διά εμέ αντίκειμον, θαυμασμού και εχπλήξεως. Τα δένδρα τέτοια, πού μόλις η όρασή μου έφθανε έως εις την κορυφή του, και η κορυφές του εφαινόντανε να ’γγίζουν’ τον Ουρανό· οι δε κορμοί τους και οι κλώνοι τους, ανάλογοι με το ύψος τους τα χόρτα τους... ω τα χόρτα τους! με κάθε ρίζα λαχάνου τους ημπορούσανε να δειπνήσουνε πολλές εδικές μας οικογένειες.

Ήμουνα ’σαν έξω τού εαυτού μου, όταν είδα να ισκιάση τριγύρω μου. Εσήκωσα τα μάτια μου και είδα το παραδοξότερο από τα θεάματα. Βεβαίως, άνθρωπος ήτον εκείνος, αλλ’ άνθρωπος χίλιες φορές μεγαλήτερός μου· σκυμμένος απάνουθέ μου, κ’έκοίταζε στη γη μ’ ένα γυαλί οφθαλμοφανώς μικροσκόπιο.