Σκέφτομαι, ἄρα ὑπάρχω - η κορυφαία μπαρουφα των Αιώνων που θεωρηθηκε ως Φιλοσοφία Υψηλού Επιπέδου

Ελληνικά

«Σκέφτομαι, ἄρα ὑπάρχω» 

η κορυφαία μπαρουφα των Αιώνων που θεωρηθηκε

ως Φιλοσοφία Υψηλού Επιπέδου

«Cogito ergo sum»

Πάντα μὲ προβλημάτιζε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ Καρτέσιος προσπάθησε μέσα ἀπὸ αὐτὸ τό… ἀπόφθεγμα αὐτὸ νὰ μας πῆ. Ἔτσι ἀπεφάσισα νὰ τὸ ἀναλύσω μὲ ὅποιον τρόπο μοῦ εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπὸ ὅποια σκοπιὰ ἔχω τὴν δυνατότητα ἅμα καὶ εὐαρέσκεια νὰ τὸ προσεγγίσω.

Πρώτη σκοπιά: «Σκέφτομαι, ἄρα ὑπάρχω» ὡς σκεπτόμενο ἄτομο. Ἐντάξει, καλὰ μοῦ κάθεται, ἂν καὶ μὲ τὴν ἔκφραση «σκεπτόμενο ἄτομο» ὁρίζουμε τὸ ἄτομο τὸ ὁποῖον προβληματίζεται καὶ θέτει ἐρωτήματα καὶ ἀναζητεῖ ἀπαντήσεις σὲ σχέση μὲ ὅσα συμβαίνουν στὸ εὐρύτερο γίγνεσθαι καὶ ὄχι μόνο στὸν περιωρισμένο περίγυρό του. Τὸ ἄτομο ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται ὅτι τὸ ἀφορᾶ ὅ,τι συμβαίνει, θετικὸ ἢ ἀρνητικό, στὸν πλανήτη (τοὐλάχιστον), χωρὶς κατ’ ἀνάγκην νὰ ἀφορᾶ ἄμεσα στὸ ἴδιο. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἕνα τέτοιο ἄτομο ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡ πλέον βασικὴ προϋπόθεσις τοῦ σκέπτεσθαι εἶναι τὸ ζῆν.

Δεύτερη σκοπιά: «Σκέφτομαι, ἄρα ὑπάρχω» ὡς ζῶν ὀργανισμός. Οὐδεμία ἀντίρρηση θὰ εἶχα, ἂν ἐτίθετο ἕνας περιορισμὸς ὡς πρὸς τὸ εἶδος τοῦ ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ ὁ ὁποῖος θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἐννοηθῆ, ἀφοῦ ὅλοι γνωρίζουμε πὼς ὑπάρχουν ζῶντες ὀργανισμοί: α) οἱ ὁποῖοι δὲν διαθέτουν τὴν ἱκανότητα τοῦ σκέπτεσθαι· β) τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν τῆς σκέψεως δὲν προτείνεται πρὸς χρῆσιν· γ) οἱ ὁποῖοι σκέπτονται μέσα σὲ ἕνα περιωρισμένο (πιθανὸν δοσμένο) πλαίσιο.
Ὑπάρχει ὅμως ἕνα ἐγγενὲς πρόβλημα στὸ ἀπόφθεγμα, διότι «σκέφτομαι, ἄρα ὑπάρχω» προτείνει συγχρόνως καὶ τὸν ἀντίποδα: «Δὲν σκέφτομαι, ἄρα δὲν ὑπάρχω». Ἐδῶ τὰ πράγματα στραβώνουν κάπως, ἀφοῦ ὅλοι γνωρίζουμε:
Πρῶτον, ὅτι ὑπάρχουν ζῶντες ὀργανισμοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν σκέπτονται. Ὡς παράδειγμα θὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα πρόσφατο συμβάν: Καθόμουν στὴν βεράντα τοῦ σπιτιοῦ μου καὶ ἔπινα καφὲ καπνίζοντας, ὡς ἠλίθιος, κάποιες ἡμέρες ἀπὸ τὸν χρόνο μου. Ξάφνου ἐμφανίζεται μία μυῖγα, ἡ ὁποία ἔρχεται καὶ κάθετα στὸ χέρι μου. Ἐπιχειρῶ νὰ τὴν σκοτώσω, ἀλλὰ ἀποτυγχάνω. Λίγο μετὰ νάσου την πάλι ἵπταται πάνω ἀπὸ τὸν καφέ μου. Ἐπιχειρῶ νὰ τὴν σκοτώσω καὶ πάλι, τὴν βρίσκω λίγο ἀλλὰ δὲν τὴν σκοτώνω, παρὰ τὸ ὅτι ἔπεσε στὸ δάπεδο. Ἕνα-δύο λεπτὰ μετά, τὴν εἶδα νὰ κάθεται στὸ χεῖλος τοῦ φλιτζανιοῦ ὅπου ὁ καφές μου. Τρίτη ἀποτυχία. Τὴν τετάρτη φορὰ ὅμως δὲν τὴν γλύτωσε – οὔτε αὐτὴ οὔτε τὸ φλιτζάνι μὲ τὸν καφέ. Μάζεψα τὸ πτῶμα καὶ τὸ πέταξα μαζὶ μὲ τὸ σπασμένο φλιτζάνι καί, καθὼς σφουγγάριζα τὸ δάπεδο ἀπὸ τὸν χυμένο καφέ, σκέφτηκα ὅτι κακῶς, κάκιστα τὴν σκότωσα. Ἔτσι δὲν εἶναι; Εἶναι δυνατὸν αὐτὴ –ἢ ὅποια ἄλλη ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει– ἡ μυῖγα νὰ σκεφτόταν, δηλαδὴ νὰ σκέφτεται; «Γιατί τὴν σκότωσες, ρὲ πανηλίθιε; Ἀφοῦ εἶναι κοινὸ μυστικὸ( ;) ὅτι ἡ μυῖγα δὲν σκέφτεται… διότι ἂν σκεφτόταν, θὰ γνώριζε ὅτι ἐπιβουλευόσουνα τὴν ζωή της καὶ θὰ τὴν εἶχε κάνει μὲ ἐλαφρά… πεταγματάκια. Καὶ ἀφοῦ δὲν σκέφτεται, σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει, συνεπῶς δὲν ὑπῆρχε». Ὁπότε γιατί νὰ μὴ τὴν ἀφήσω νὰ πιῆ λίγο καφὲ ἢ νὰ κολυμπήση ἐντός του; Τί κακὸ μπορεῖ νὰ σου κάνη τὸ μὴ ὑπάρχον, τὸ μὴ ὄν; Ἀπὸ τὴν ἄλλη σκέπτομαι μήπως ὑποφέρω ἀπὸ παραισθήσεις, διότι ἂν δὲν ὑποφέρω ἀπὸ παραισθήσεις, πῶς στὴν εὐχὴ βλέπω πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν;

Δεύτερον, ὅτι ὑπάρχουν πράγματα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὴν φύση τους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτωνται. Π.χ. ὁ βράχος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀράζω γιὰ νὰ διαβάσω ὅ,τι ἐνδιαφέρον μοῦ πέση στὸ χέρι – καιροῦ ἐπιτρέποντος βεβαίως. Καὶ ἀναρωτιέμαι: Μήπως ζῶ σὲ μία ἀέναη παραίσθηση καὶ ὁ βράχος αὐτὸς δὲν εἶναι παρὰ πλάσμα τῆς φαντασίας μου; Διότι εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὁ βράχος –ὁ συγκεκριμένος τοὐλαχιστον– δὲν σκέπτεται. Ξέρω ὅτι «πέτρα ποὺ κυλᾶ δὲν χορταριάζει», ἀλλὰ αὐτὸ συμβαίνει (τὸ κύλισμα ἢ/καὶ τὸ μὴ χορτάριασμα) κατόπιν σκέψεως ἢ ἕνεκα ἐπιδράσεως ἐπ’ αὐτῆς κάποιας ἄλλης δυνάμεως; Τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ροδοπέταλα ἐξαφανίζονται λίγο ἢ περισσότερο καιρὸ μετὰ τὴν πτώση τους στὸ ἔδαφος σημαίνει ὅτι μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐσκέπτοντο, πεσόντα δὲ παύουν νὰ σκέπτωνται;

Ἂς δοῦμε ὅμως τί λέγει ὁ ἴδιος ὁ φιλόσοφος ἀναφορικῶς μὲ τὸ θέμα-ἀπόφθεγμα-ἀνάθεμα:

«Δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω γιὰ ὅλα ὅσα μὲ περιβάλλουν καὶ γιὰ ὅλα ὅσα σκέπτομαι [ΣΩΣΤΟ]. Οἱ ἄνθρωποι συχνὰ σφάλλουν στοὺς συλλογισμούς τους, ἀκόμα καὶ πάνω σὲ ἁπλᾶ θέματα [ΣΩΣΤΟ], καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ πιστεύω ὅτι οἱ αἰσθήσεις μου δὲν μὲ ξεγελοῦν [ΣΩΣΤΟ] ἢ ὅτι οἱ σκέψεις μου δὲν εἶναι παρὰ σὰν τὰ ὄνειρά μου ὅταν κοιμᾶμαι [ΕΑΝ ΕΛΕΓΕ «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ», ΧΩΡΙΣ ΤΟ «όταν κοιμάμαι», ΚΑΠΩΣ ΘΑ ΣΥΜΦΩΝΟΥΣΑ. ΠΙΘΑΝΟΝ ΟΜΩΣ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΩΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ ΚΑΙ… ΞΥΠΝΗΤΟΣ – ΔΙΟΛΟΥ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΄Η ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ]. Μπορῶ νὰ ἀμφιβάλλω, λοιπόν, γιὰ ὅλα ὅσα σκέφτομαι [ΣΩΣΤΟ] καὶ πιστεύω [ΜΑ ΑΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΗ ΓΙΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ, ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ; ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑ ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗΣ ΑΥΤΟ;], ἀλλὰ γιὰ ἕνα πρᾶγμα σὲ καμμία περίπτωση δὲν μπορῶ νὰ ἀμφιβάλλω, δηλαδὴ γιὰ τὸ ὅτι ἀμφιβάλλω [ΕΔΩ Η ΕΜΜΕΣΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΠΙΣΤΕΥΕΙ. ΔΙΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ (ΤΟΥ) ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ, ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ, ΚΑΘ’ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ (ΤΟΥ), ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΗ, ΓΙΑ ΤΟ ΟΤΙ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΙ; ΈΧΕΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ Ο ΘΕΟΣ (ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ); ΘΑ ΤΡΕΛΑΘΟΥΜΕ ΤΩΡΑ;]. Ἀμέσως μετὰ ὅμως πρόσεξα πώς, ἐνῷ ἐγὼ ἤθελα νὰ σκεφτῶ κατὰ τὸν α΄ τρόπο, ὅτι ὅλα ἦταν ψεύτικα. [ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ! ΟΛΑ ΨΕΥΤΙΚΑ, ΟΥΔΕΝ ΑΛΗΘΙΝΟ, ΟΥΤΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΥΠΗΡΧΕ, ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ!], ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην, ἐγὼ ποὺ τὸ σκεπτόμουν, νὰ εἶμαι κάτι [ΑΣΤΑΚΟΚΑΡΑΒΙΔΑ; ΚΟΛΕΟΠΤΕΡΟ; ΠΥΡΟΤΟΥΒΛΟ; ΤΣΑΚΜΑΚΟΠΕΤΡΑ; ΛΙΝΑΤΣΑ;] Καὶ παρατηρῶντας πὼς τούτη ἡ ἀλήθεια: σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω ἦταν τόσο γερὴ καὶ τόσο σίγουρη, [ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ: ΠΟΙΑ «ΚΡΥΜΜΕΝΗ» ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΝΕΚΑΛΥΨΕ Ο ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ; ΥΠΗΡΧΕ ΔΗΛΑΔΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΤΟ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΟΝ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΗ; ΠΩΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΗΡΧΕ ΜΙΑ ΟΝΤΟΤΗΤΑ Η ΟΠΟΙΑ ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ, ΑΦΟΥ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΙΣ ΔΙΑ ΤΟ ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΑΡΧΕΙΝ;] ὥστε ὅλες μαζὶ οἱ ἐξωφρενικὲς ὑποθέσεις τῶν σκεπτικῶν φιλοσόφων δὲν ἦταν ἱκανὲς νὰ τὴν κλονίσουν, ἔκρινα πὼς μποροῦσα δίχως ἐνδοιασμούς, νὰ τὴν παραδεχθῶ σὰν τὴν πρώτη ἀρχὴ τῆς φιλοσοφίας ποὺ ἀναζητοῦσα». [ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΜΙΑΝ ΑΚΟΜΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΟΣΟ ΓΕΡΗ ΚΑΙ ΣΙΓΟΥΡΗ ΟΣΟ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ: «ΑΝΑΠΝΕΩ, ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ». ΒΕΒΑΙΑ ΥΠΟΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΕΝΕΚΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΟΔΟΣ «ΔΕΝ ΑΝΑΠΝΕΩ, ΑΡΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ», ΑΛΛΑ ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΤΡΕΚΛΙΖΕΙ;]

Καταλάβατε κάτι; Προσωπικῶς θὰ πω ὅτι ναί, κάτι κατάλαβα. Τί εἶναι αὐτό; Πέραν τῆς μπαρούφας «ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην, ἐγὼ ποὺ τὸ σκεπτόμουν, νὰ εἶμαι κάτι», ἡ ὁποία μπαρούφα, ἐμμέσως ἀλλὰ σαφῶς, ὁρίζει ὅτι ὑπάρχει πιθανότητα μία σκεπτόμενη ὀντότητα νὰ εἶναι… τίποτα (ἂν καὶ τὸ ἐμφατικὸ «κατ’ ἀνάγκην» πιθανώτατα ἐκφράζει ἀναγκαία προϋπόθεση), ἀναρωτιέμαι τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ «κάτι» ποὺ ὑπαινίσσεται ὁ φιλόσοφος. Διότι μὲ τὸ «κάτι» τὶς περισσότερες, ἂν ὄχι ὅλες, φορὲς ἐννοοῦμε ἀντικείμενο ἤ, στὴν καλλίτερη τῶν περιπτώσεων, ἄλογο ὄν, δηλαδὴ ζῶο. Ἔχετε ἐσεῖς ποτὲ χρησιμοποιήσει τὴν ἀόριστη ἀντωνυμία «κάτι» προκειμένου νὰ προσδιορίσετε ἕνα ἄνθρωπο, δηλαδὴ ἕνα ἔλλογο ὄν; Βεβαίως καὶ ὄχι.
Περί τινος πρόκειται λοιπόν; Πρόκειται προφανῶς γιὰ ἄλλη μία κλοπὴ προϊόντος πνευματικῆς παραγωγῆς ἀπὸ ἕνα «στατικό», ἀπὸ τὴν ἄποψη φιλοσοφικῆς διεργασίας, ἐγκέφαλο: «γιὰ ἕνα πρᾶγμα δὲν μπορῶ νὰ ἀμφιβάλλω, γιὰ τὸ ὅτι ἀμφιβάλλω». Σᾶς θυμίζει κάτι τούτη δῶ ἡ λογοκλοπή; Μήπως τὸ «ἐν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα»; Τὸ ’φερες ἀπὸ δῶ, τὸ πῆγες ἀπὸ κεῖ, τὸ δούλεψες μὲ τὸ καλῆς ποιότητος (εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ βρώμικο) μυαλό σου καὶ κατέληξες: «Περὶ ἑνὸς οὐκ ἀμφιβάλλω ὅτι ἀμφιβάλλω».
Ἀγαπητὲ ντὲ Κάρτ, φιλόσοφε τῆς ἡμετέρας ἀναξιοπρέπειας, ὑπήρξατε λογοκλόπος, ἀλλὰ ποιός ἐξ ἡμῶν χέστηκε; Τιμηθήκατε ὅσο λίγοι, ἀλλ’ ἐποιήσασθε τὴν νῆσσαν περὶ τὴν λογοκλοπήν. Φαίνεται πὼς ἀπὸ σένα πῆρε ὁ δικός μας Ν. Καζαντζάκης μ’ ἐκεῖνο τὸ περίφημο ἀπόφθεγμά του «Δὲν ἐλπίζω τίποτα, δὲν φοβᾶμαι τίποτα, εἶμαι ἐλεύθερος»(!), τὸ ὁποῖον καὶ ἐχαράχθη στὴν ἐπιτάφια πλάκα τοῦ μνήματός του.

Βέβαια ὁ μεγάλος αὐτὸς δημιουργὸς «ξέχασε» νὰ ἀναφέρη ὅτι τοῦτο τὸ ἀπόφθεγμα εἶχε «ξεσηκώσει» ἀπὸ τὸν Δημώνακτα, τὸ ὁποῖον ἔχει διασώσει ὁ Λουκιανός (Βίος Δημώνακτος, 19,4 – 20,7). Ἰδοὺ λοιπὸν τί λέγει τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω ἔργο τοῦ Λουκιανοῦ:
«Ἐρωτήσαντος δέ τινος, τίς αὐτῷ ὅρος εὐδαιμονίας εἶναι δοκεῖ, μόνον εὐδαίμονα ἔφη τὸν ἐλεύθερον· ἐκείνου δὲ φήσαντος πολλοὺς ἐλευθέρους εἶναι, ἀλλ’ ἐκεῖνον νομίζω τὸν μήτε ἐλπίζοντά τι μήτε δεδιότα», ποὺ σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση σημαίνει: «Ὅταν κάποιος τὸν ρώτησε ποιός εἶναι κατὰ τὴν γνώμη του ὁ ὁρισμὸς τῆς εὐτυχίας, ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι μόνο τὸν ἐλεύθερο θεωρεῖ εὐδαίμονα. Ὅταν ὁ ἄλλος παρατήρησε ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ ἐλεύθεροι, ἀπάντησε: «Ἐκεῖνον θεωρῶ ἐλεύθερο, ὅποιον δὲν ἐλπίζει σὲ τίποτα καὶ δὲν φοβᾶται τίποτα».*

Ὅπως διαπιστώνετε, τὸ σπορ τῆς λογοκλοπῆς ἀσκεῖται ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς «ἔξω» ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς μέσα. Εἶδε κανεὶς καμμιὰν Ἀκαδημία νὰ ἀντιδρᾶ; Εἴδατε κανεὶς νὰ καταγέλλη τὸν Καζαντζάκη ὡς λογοκλόπο; Ὄχι μόνον δὲν τὸ εἴδατε, ἀλλὰ ὁ πράγματι μεγάλος Κρητικὸς λογοτέχνης θαυμάστηκε καὶ ὑμνήθηκε γιὰ τὸ μέγα φιλοσοφικὸ περιεχόμενο τῆς ρήσεώς του!

Περιμένω πλέον κάποιον ἄνθρωπο τοῦ πνεύματος νὰ καταθέση μετὰ πάσης σεμνοτυφίας: Χρόνου φείδου. Ὕβριν μίσει. Μηδὲν ἄγαν. Δόλον φοβοῦ. Γνοὺς πρᾶττε. Διαβολὴν μίσει. Καὶ ἄλλα, καὶ πολλὰ ἄλλα, ὧν, περίπου, οὐκ ἔστιν ἀριθμός. Καὶ δὲν θὰ ἐκπλαγῶ – τὸ ὑπόσχομαι.

[* Περὶ Δημώνακτος καὶ μὲ ἐπίκεντρο καὶ ἀφορμὴ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν λογοκλοπὴ ἀπὸ τὸν Καζαντζάκη ἔχει δημοσιεύσει στὸ διμηνιαῖο περιοδικὸ «Ἑλληνόραμα» (τεῦχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013) ἀναλυτικὸ ἄρθρο ὁ ἐξαίρετος φιλόλογος καὶ ἱστορικὸς Ἀντώνιος Ἀντωνᾶκος.]

 

hellenicpaedia.gr / Γρηγορης Τσικοπουλος / Σύγχρονες Σκέψεις

 

Από την προσωπική ιστοσελίδα face book.com/Gregory Tsicopoulos