Σελ.2

Ελληνικά

Ο Γιώργος Δ. Παχτικός, γράφει το 1905. «...Τοιαύτα σκόλια επιτραπέζια ή και γαμήλια άδονται και νυν παρά τω Ελληνικώ λαώ μετά συνωδίας μουσικών οργάνων, κυρίως δε τριχόρδου λύρας ή και εγχωρίου κιθάρας (μπουζουκίου).

Και στην μιά και στην άλλη περίπτωση τα θέματα ήσαν σχετικά.

Τα χρόνια μέχρι το 1934 στάθηκαν αποφασιστικά στην μορφοποίηση – όπως έφτασε σε μας – του ρεμπέτικου. Οι ρεμπέτες πληθύνανε. Στους ντόπιους προστέθηκε η ξεριζωμένη προσφυγιά. Η «απειλή» ήταν φανερή και έπρεπε να αντιμετωπιστεί.

Ο ρεμπέτης διευκολύνθηκε ή πιο σωστά «σπρώχτηκε» να καταφυγή στο χασίσι και από εκεί στην φυλακή. Ήταν κι’ αυτό ένα από τα μέσα που χρησιμοποιή­θηκαν γιά την αντιμετώπισή του. Έτσι ησύχαζαν μιά και καλή απ’ αυτόν. Τα ναρκωτικά δεν παίζουν.

Οι ρεμπέτες που υπέκυψαν στο «σπρώξιμο» πήραν μαζί τους, στον ντεκέ, και στην φυλακή το ρεμπέτικο. Έτσι ένα κομμάτι του πέρασε από το ντεκέ και τη φυ­λακή.

Όχι πως δεν υπήρχαν και προηγουμένως ρεμπέτικα με τέτοιο στίχο· ήσαν όμως ελάχιστα. Παρ’ όλα αυτά το ρεμπέτικο, στο σύνολο του, δεν έχει περισσότερα ή λιγότερα «ελαττώματα» από τα υπόλοιπα Ελληνικά τραγούδια.

Το κατηγορούν γιά τις χυδαιότητες που περιέχουν μερικά ρεμπέτικα, γιατί ε­ξυμνεί τύπους του υποκόσμου και φονιάδες και γιατί χρησιμοποιεί ξενόγλωσσες λέ­ξεις και όρους.

Τότε τι πρέπει να πούμε γιά το δημοτικό και κλέφτικο όταν:

Α΄ Υπάρχει πλήθος τραγουδιών πού περιέχουν στίχους σαν αυτούς:

...να κλαιν τη νύχτα γιά βυζί...
...Σταμούλο Γάτσο, κερατά...
...Μωρή πουτάνα Αράχωβα,
τους κλέφτες τι τους κάνατε και τους Κακαραπαίους.
...Τι τώκαμα του κερατά, τι τώκαμα του πούστη
κι’ έρριξε και με λάβωσε μεσ’ στο δεξί μου χέρι;
...και σένανε σε γράφω σ’ την κάτω την μεριά...
...Δεν είναι τούτο μάλαγμα, δεν είν’ εκείνο ασήμι
μον’ είν’ της κόρης το βυζί, της κόρης το μαστάρι.

1) Τραγούδια της Ρούμελης. Μέμπω Ο. Μερλιέ Αθήναι 1931.

2) Δημώδη Άσματα. Συλλογή Ωδείου Αθηνών. 1930).

Β΄ Υπάρχουν πολλά δημοτικά που εξυμνούν ληστές – Κακαραπαίοι, Τζατζάς, Νταβέλης κ.λ.π. και, Γ΄ ολόκληρα δημοτικά είναι γραμμένα σε ξένες γλώσσες.

«... Παρά τοις ξενοφώνοις λοιπόν τούτοις Έλλησιν, έκτος των Ελληνιστί αδομένων ασ­μάτων, υπάρχουσι και άσματα Τουρκιστί, Αρμενιστί, Αραβιστί, Βουλγαριστί, Βλαχιστί και Αρβανιστί αδόμενα ών όμως το περιεχόμενον του μέλους και της ποιητικής εννοίας είναι καθαρώς Ελληνικά...» (Γ. Δ. Παχτικός. "Αθήναι 1904).

Η άγνοια της ελληνικής γλώσσας οδήγησε με ασφάλεια τους συγγραφείς να βγάζουν λάθος συμπεράσματα, σχετικά με την τοπική ντοπιολαλιά. Ότι δεν είχε την έγκριση των καθαρευουσιάνων ήταν βαρβαρικά ακούσματα. Σήμερα που γνωρίζουμε, αν και από το 1912 ήταν γνωστά τα «Πελασγικά» του Θωμόπουλου, οι αρχαίες καταβολές της σκληρής –πράγματι– ακουστικής εκφοράς της ελληνικής γλώσσας στην ύπαιθρο, όχι μόνο δεν την σεβάστηκαν αλλά προσπάθησαν να τη διαλύσουν υβρίζοντάς της χυδαία…

Επί του προκειμένου όπως στο δημοτικό – κλέφτικο το ίδιο και στο ρεμπέτικο δεν είναι η γλώσσα που καθορίζει την εθνικότητα τού τραγουδιού ή του οργάνου. Και το ρεμπέτικο και το μπουζούκι είναι γνωστά στους Έλληνες από πολύ παλιά. Είναι δικά μας. Όπως τα περισσότερα όργανα και αυτά που ανήκουν στην οικογένεια του μπουζουκιού από την αρχαιότητα είναι γνωστά στους Έλληνες.

(Πολυδεύκους Ονομαστικόν. Βιβλίον τέταρτον. Κεφάλαιον έννατον. Περί οργάνων ευ­ρεθέντων έθνεσιν. Εθνική βιβλιοθήκη.)

Τώρα αν με τα χρόνια η λάγηνος, επί παραδείγματι, έγινε ταρπουκά ή τραμπούκα, τα σείστρα γίνηκαν ντέφια· οι κόλλοπες, στριφτάρια και το τρίχορδον πανδούρα ταμπουράς και μπουζούκι, δεν αλλάζει τίποτα.

Αλλά και γιά το ρεμπέτικο υπάρχουνε «ενδείξεις». Το πόσο σοβαρές είναι αυ­τές και που μπορούν να μας φτάσουν θα μας το πούνε οι μουσικολόγοι μας.

Δεν είναι τυχαίο το ότι αρκετοί ρεμπέτες συνθέτες χρησιμοποίησαν «ασυνείδητα» αρχαϊκά μέτρα. Σαν παράδειγμα αναφέρουμε τον ασπούδαχτο Ρούκουνα που έχει γράψει ρεμπέτικα σε πεντάσημον 5/8, επτάσημον 7/8 = 3/8 + 4/8 ή 4/8 + 3/8 κ.λ.π.

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτά τα χρόνια, 1922–34, το ρεμπέτικο επισημοποιήθηκε σαν τραγούδι κάθε αδικημένου και το μπουζούκι σαν σύμβολο αντίστασης, έστω και λαθεμένης μορφής. Αυτός ήταν και ο λόγος που, αποκλειστικά, οι μπουζουξήδες και το μπουζούκι εδέχθηκαν την γνωστή επίσημη αντιμετώπιση. Όπου τους συναντούσαν τους έσπαγαν το μπουζούκι στο κεφάλι και τους τσάκιζαν στο ξύλο.

Είναι έξω από την πραγματικότητα όποιος υποστηρίξει ότι τους έδερναν γιατί έπιναν χασίσι – κάτι που και εμείς αμφισβητούμε γιά τους περισσότερους – για­τί τότε θα έπρεπε να έδερναν δημοσία κάθε γνωστό χασικλή. Αντίθετα αυτό δεν τους ενοχλούσε. Απόδειξη ότι η χρήση χασισιού ετιμωρείτο με 5–10 ήμερες φυ­λακή και με τιμή εξαγοράς 5–10 δραχμές την ήμερα· ποσό ασήμαντο και γιά εκείνη την εποχή.

Ούτε η εξύμνηση του χασισιού και των τύπων του υποκόσμου ήταν η αιτία που προκαλούσε αυτήν την κρατική, συμπεριφορά. Γιατί όπως δεν είναι οι μπουζουξήδες αυτοί που δημιούργησαν το ρεμπέτικο άλλο τόσο δεν είναι αυτοί πού ξεκίνησαν το ρεμπέτικο της φυλακής και του ντεκέ.