Σελ 3

Ελληνικά

Ιδού λοιπόν ο Προκρούστης.  Ο  οποίος κατασκευάζει μία κλίνη, το μέτρο του, όχι στις δικές του γιγάντιες διαστάσεις [που θα ήταν και το πιο λογικό, αν κίνητρό του ήταν ο «φόνος για τον φόνο»,  ή η εκδίκηση, ή ο σαδισμός –διότι ανάγκη ανθρώπινη δεν ήταν– ή στόχος του η εξολόθρευση όσων το δυνατόν περισσοτέρων, διότι έτσι θα φόνευε όλους όσους συνελάμβανε] αλλά σε κοινές, ώστε κάποιοι, πολλοί ή λιγώτεροι, να ζήσουν.

Να ζήσουν όμως με βάση το μέτρο που έθεσε, το μέτρο που θα απέτρεπε στον κατά το δυνατόν μέγιστο βαθμό την πιθανότητα ύπαρξης και διαιώνισης της διαφορετικότητας, η οποία μαθηματικώς οδηγεί στην αμφισβήτηση του δογματικού – ιδιαιτέρως από τους μεγαλύτερους κατά το «μήκος».

Καθορίζονται έτσι τα «μέτρα» μέσα στα οποία θα κινήται το πνεύμα – η γνώση, η δύναμη.

Είναι αληθές ότι γεννάται και ένα ερώτημα κατά την ερμηνεία της παραβολικότητας του γεγονότος.

Γιατί και οι πιο κοντοί, οι πιο μικροί κατά το μήκος από το μέτρο;

Μήπως τα ιερατεία (εξουσιαστικά από την φύση τους όποιο ένδυμα και αν φορούν) δεν στέργουν με τους «πτωχούς τω πνεύματι» – το μικρότερο του μήκους της πνευματικής πλέον κλίνης; Βεβαίως, αλλά όταν «οι πτωχοί τω πνεύματι» δεν δύνανται να αντιληφθούν –και ως εκ τούτου απορρίπτουν– αυτά με τα οποία κατηχούνται παραμένοντας προσκολλημένοι στα δικά τους, είναι το ίδιο «ανεπιθύμητοι». [Αν περί αυτού γεννάται κάποια αμφιβολία, ένα νοερό ταξίδι στην αμερικανική ήπειρο των 15ου, 16ου, 17ου αλλά και 18ου αι. θα συμβάλη στην διάλυσή της.]

Και αυτοί και οι εκ διαμέτρου αντίθετοί τους (το μεγαλύτερο του μήκους της ορισθείσας πνευματικής κλίνης – ως επικίνδυνοι λόγω της πνευματικής ανωτερότητάς τους αυτοί) δεν εξυπηρετούν το «μέτρο της κλίνης». Το οποίο «μέτρο της κλίνης» έρχεται να καθορίση όχι τόσο το περιβάλλον του «μετρηθέντος» όσον αυτό του «απογόνου».  Ο  οποίος απόγονος θα αναπτυχθή σε αυτό ακριβώς το προκαθωρισμένο περιβάλλον, χωρίς να χρειαστή να «μετρηθή» – πράγμα που θα γίνη εάν και εφ’ όσον κριθή αναγκαίο. Και είναι βέβαιον ότι από γενιά σε γενιά θα ελαττώνεται η ανάγκη του «μετρήματος», μέχρι του σημείου να καταστή αμελητέα ή και να μηδενιστή ακόμη – χωρίς όμως αυτό να σημαίνη ότι οι «φύλακες» –Προκρούστηδες θα πάψουν να τελούν «εν εγρηγόρσει» ή θα «κάψουν την κλίνη».

Επιστρέφοντας στο πρώτο επίπεδο γνωρίζουμε τον «υλοκτόνο» Προκρούστη, ο οποίος, μέσα από μια τέτοια διαδικασία, είναι βέβαιον ότι δεν μπορεί να δώση στον στόχο του –όποιος και αν είναι αυτός– διαχρονικότητα. Και ο λόγος είναι απλός: δεν μπορεί να είναι για πάντα «εκεί» – το «εκεί» με περίπου άπειρη και ταυτόχρονη πολλαπλότητα και μη προσδιοριζόμενο τοπικό και χρονικό στίγμα. Ενώ στο δεύτερο επίπεδο γνωρίζουμε τον «πνευματοκτόνο» Προκρούστη.  Ο  οποίος μπορεί να είναι «εκεί» όντας «υλικώς» απών. Θα είναι παρόν το «μέτρο» του – η διαφορά πλέον είναι ειδοποιός και καθορίζει το γίγνεσθαι να είναι σύμφωνο με το «μέτρο».

Ας μη μας διαφεύγη επί πλέον ότι στην σημερινή κοινωνία των «πολιτισμένων» η διαμορφωμένη ηθική απαγορεύει την «προκρούστεια υλοκτονία», δεν δίνει πεντάρα όμως για την συνεχιζομένη με όλο και μεγαλυτέρη ένταση «προκρούστεια πνευματοκτονία» – αντίθετα την προωθεί. Ισως ήταν πιο σωστό να πούμε πως δεν την αντιλαμβάνεται η συντριπτική πλειοψηφία των ήδη «προκρουσθιασθέντων» ελλόγων όντων, ενώ από αυτούς που γνωρίζουν τα διαδραματιζόμενα η επίσης συντριπτική πλειοψηφία «ποιείται την νήσσαν», φυλάσσοντας τα και εξ αυτής της πρακτικής υλικά κέρδη, μη διστάζοντας, όπου και όποτε δει, να καταστούν και οι ίδιοι Προκρούστηδες.

Στο κάτω–κάτω της γραφής πνεύμα δολοφονούν, δεν φονεύουν ανθρώπους ούτε ύλη, γενικώς, ή ξένη περιουσία φθείρουν. Ποιός «μετρημένος» νόμος εξ άλλου καταδικάζει την δολοφονία του πνεύματος;

Γρηγόρης Τσικόπουλος  Εν Αθήναις, 2001