Σελ. 2

Ελληνικά

αλλά ο ίδιος δεν συμφωνεί με τη θανατική του καταδίκη. Δίνει στον Κρίτωνα οδηγίες για το πώς θα πρέπει ο Σωκράτης να φερθεί, ώστε ο θάνατος να έρθει πιο γρήγορα και λιγότερο επώδυνα, χωρίς να χρειαστεί δεύτερη ή τρίτη δόση δηλητηρίου.

Προτρέπει τους μαθητές του να οδηγήσουν τη γυναίκα του στο σπίτι. Η Ξανθίππη αρνείται και κλαίγοντας του φωνάζει: “Άδικα πεθαίνεις, Σωκράτη”. Κι εκείνος, με χιούμορ: “Μήπως ήθελες να πεθάνω δίκαια;

Οι μαθητές του γελάνε και κλαίνε. Αρχίζουν να κατανοούν ότι το ύστατο αντίο στο δάσκαλο έφτασε. Συλλογίζονται τη ζωή του δασκάλου τους, που σε όλες τις μάχες υπερασπιζόταν την ελευθερία της πατρίδας του, τις ειρηνικές μάχες που έδινε στην αγορά για να διαδώσει την ηθική στους νέους, τις προσβολές, τις ταπεινώσεις και τους προπηλακισμούς, που συχνά κατέληγαν μέχρι τον ξυλοδαρμό του! Κι εκείνος, καρτερικά να υπομένει τα πάντα, προκειμένου η σπορά του να μην πάει χαμένη.

Τους συλλογισμούς αυτούς, μες στη νεκρική σιγή του κελιού, διακόπτει η σθεναρή φωνή του Σωκράτη: Γνωρίζω καλά ότι σας βασανίζει η σκέψη, τι θα γίνει η ψυχή μετά το θάνατό μου.

Πιστεύω ακράδαντα ότι θα συναντηθώ με θεούς, γι’ αυτό δεν έχω λόγους να αγανακτώ, αφού ο άνθρωπος κάτι βρίσκει πεθαίνοντας και όπως λέγουν απ’ τα παλιά χρόνια, η ζωή στην Άδη είναι πολύ καλύτερη για τους καλούς, παρά για τους κακούς.

Η ψυχή από τη φύση της βρίσκεται πάντα κοντά στην αλήθεια.

Όταν βρισκόμαστε όμως στη ζωή την αναγκάζουμε να ενεργεί μέσα από τις ενέργειες του σώματός μας. Απαλλαγμένη όμως από το σώμα, με καθαρή διανοητική ενέργεια, φανερώνονται σε αυτή οι ιδέες στην καθαρή τους μορφή.

Κι έτσι η ψυχή εργάζεται τέλεια, αφού δεν την ενοχλεί πια τίποτα, μήτε η ακοή, μήτε η όραση, μήτε πόνος αλλά μήτε κι ευχαρίστηση. Μένοντας όσο γίνεται μόνη, κλεισμένη στον εαυτό της, αποχαιρετώντας το σώμα, δεν έρχεται σ’ επαφή μαζί του, κι απερίσπαστη είναι σε θέση να γνωρίσει την ουσία των όντων, τις ιδέες.

Το σώμα επηρεάζει την ψυχή στην επικοινωνία της με την αλήθεια, την εμποδίζει στην απόκτηση της φρόνησης.

Όσο εξακολουθούμε να έχουμε το υλικό περίβλημα του σώματος και η ψυχή είναι ενωμένη με τέτοιο κακό, ποτέ δεν θα καταφέρουμε να γνωρίσουμε και ν’ αποκτήσουμε εκείνο που επιθυμούμε.

Το σώμα μας γεμίζει με πάθη, έρωτες, επιθυμίες, φόβους, μ’ ένα σωρό φανταστικές εικόνες, με πολλές ανοησίες κι έτσι αυτό που λένε συχνά βγαίνει σωστό,

δεν μπορούμε με τα πάθη του σώματος, τίποτε να σκεφτούμε λογικά.

Τους πολέμους, τις επαναστάσεις και τις μάχες μόνο το σώμα και οι επιθυμίες μας τις προκαλούν. Θέλοντας ν’ αποκτήσουμε υλικά αγαθά για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες του σώματός μας, καταντάμε σκλάβοι του.

Αν θέλουμε να γνωρίσουμε αληθινά ένα πράγμα, στην περίπτωσή μας την ψυχή, πρέπει να απαλλαγούμε απ’ τα σωματικά πάθη και να ερευνούμε αποκλειστικά με το είναι μας την ουσία των όντων. Μόνο έτσι θα επιτύχουμε εκείνο που επιθυμούμε, αφού ισχυριζόμαστε ότι είμαστε εραστές του.

Αφού δεν μας είναι δυνατόν όμως, να γνωρίσουμε την ουσία των όντων, ας γνωρίσουμε τουλάχιστον το ένα απ’ τα δύο· ή να μην αποκτήσουμε ποτέ καθαρή γνώση, ή να την αποκτήσουμε αφότου πεθάνουμε, όταν η ψυχή θα έχει χωριστεί απ’ το σώμα.

Στην επίγεια ζωή, είναι αδύνατο να γίνουμε κάτοχοι της καθαρής γνώσης. Ζώντας, όσο λιγότερο ενωμένοι είμαστε με το σώμα, όσο δεν έχουμε παθιασμένη επαφή μαζί του, παρά μόνο όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη και δεν μολυνόμαστε από τη φύση του, τόσο βρισκόμαστε κοντά στη γνώση. Έτσι καθαροί, απαλλαγμένοι απ’ την ανικανότητα του σώματος θα επικοινωνήσουμε με τις ιδέες, θα σμίξουμε με όντα καθαρά και το ίδιο ελεύθερα μ’ εμάς και θα γνωρίσει η ψυχή μας το ολοκάθαρο. Κι αυτό πρέπει να είναι αλήθεια.