Σελ. 2

Ελληνικά

Διονύσου. Ο Πλάτωνας παρήγε την λέξη Θεός από το θέειν, τρέχειν, διότι πρώτοι θεοί ήσαν ο Ήλιος και η Σελήνη. Άλλοι συσχετίζουν τη λέξη προς το σανσκριτικό deva, λατινικό deus, όπως και Ζεύς· και άλλοι με άλλο τρόπο· ασφαλώς όμως η λέξη έχει την αρχή της στην θυσία, και το θύειν· και θεός είναι εκείνος, εις τον οποίο αναφέρονται οι προσφορές, οι δωρεές, οι ικεσίες, οι ύμνοι, οι εξιλασμοί και τα λοιπά.

Ο Θεός από τους Λάκωνες και Βοιωτούς αποκαλείτο και σιός, σείος, θιός, και θεύς, και είναι το υπέρτατον ον, είτε Διόνυσος, είτε Δήμητρα, είτε Δίας, είτε Λητώ, είτε Άρτεμις, είτε Αφροδίτη λέγεται τούτο, εις το οποίο προσφέρονται οι θυσίες «τα δώρα» των ανθρώπων, ο οίνος, οι αμνοί, τα πρόβατα, τα θυμιάματα και καθ’ εξής. Στην εβραϊκή γλώσσα θεϊλλαθείς είναι το αντικείμενο της αινέσεώς μου, ακριβώς όπως και εμείς οι Έλληνες πρεσβέυουμε για τη σημασία της λέξης Θεός.

Θεφιλλά, είναι η προσευχή η στον Θεό οφειλομένη. Αλλά έχουμε και τα δώρα. Το Δώρο είναι λέξις ταυτοσήμαντη με τη θυσία, λατρεία, όπως θαυμάσια αποδίδει η λατινική λέξις adorare = ικετεύω, προσκυνώ, εξιλεώνω τον Θεό δια θυσιών. Εδώ και το κατά τον Μεσαίωνα ευρισκόμενο σε χρήση ελληνικό ρήμα αδορεύω = λατρεύω, προσκυνώ, θεραπεύω τον Θεό.

Είδος θυσίας προς τον Θεό είναι και το άσμα, η αοιδή ωδή, δια της οποίας εξιλεούτο το θείον και ανυμνείτο το μεγαλείο αυτού. Από εδώ και τα Αδώνια, όπου ονομάζοντο οι θρηνώδεις ύμνοι προς τιμή και λατρεία του Αδώνιδος. Αλλά και το ρήμα άζομαι σημαίνει σέβομαι τους θεούς.

Αζόμενοι Απόλλωνα: [Αφού σεβαστείτε τον Απόλλωνα] χερσίν ανίπτοις Διί λείβειν άζομαι. [με άπλυτα χέρια αποφεύγω από σεβασμό να κάνω σπονδή στον Δια.]

Αλλά και το ρήμα σεβίζω, σεβάζομαι, σέβομαι και σέβας στην αυτή αιτία αναφέρονται· Σεβειν τινά τιμαίς λιταίς, ευχαίς, [να σεβόμαστε τους θεούς με τιμές, ικεσίες, προσευχές,] σεβιζόμενοι εν θυσίαι, [με το να σεβόμαστε τους θεούς με θυσίες,] σάβος δε, κατά τον Ησύχιο, η βακχεία, σαβαί η κραυγή των βακχευτών· σαβαζίω, βακχεύομαι.

Σαβάζιος ελέγετο και ο Θεός του κρασιού Διόνυσος, θεώ Σαβαζίω παγκοιράνω, και σαβάζιος ο βακχικός· σαβάζια μυστήρια· σαβάζια θύσλα = σπονδές οίνου προς τιμή του Διονύσου. σάβοι· «οι θεραπεύοντες, οι θεραπευταί», οι αφοσιωμένοι άνθρωποι στη λατρεία του Σαβαζίου, οι βακχεύοντες· σαβρίας είδος ποτηρίου.

Και στα εβραϊκά ζεβάχ είναι η θυσία, δηλονότι η ευσέβεια, η συστολή, ο φόβος, ο σεβασμός, το θάμβος, τα οποία ο άνθρωπος εκδηλώνει προς το θείον δια διαφόρων δώρων, με αυτό τον τρόπο αποδίδεται η έννοια της λέξεως υπό των ερμηνευτών.

Οι Εβραίοι υπό την λέξιν σαβ σάβε, εννοούν τα είδωλα των αλλοφύλων και γενικά ότι δήποτε το φωσφορίζον και προς την αμαρτία ελκόμενο, την ματαιότητα που προέρχεται από την «ακρασία του οίνου».

Το λατινικό ρήμα veneror = σέβομαι, ικετεύω, δέομαι, δεν είναι άσχετο προς τον οίνο, τον vinum. Ως το σεβίζειν σημαίνει κυρίως λατρεύω τον Θεό Διόνυσο και εφεξής, αναφέρεται σε όλους τους θεούς, έτσι και η λέξη λατρεία και λατρεύω = θεραπεύω τους θεούς δια προσευχών και θυσιών, «λατρεύειν Φοίβω», να υπηρετώ με σεβασμό τον Φοίβο.

Ταλαντον αποτίνειν Διί λατρευόμενον, [να αποδίδω τάλαντο σαν ένδειξη σεβασμού προς τον Δια,] πόνον δ’ ελάτρευσα θεά, [κοπιάζοντας έδειξα το σεβασμό μου στη θεά,] αναφέρεται κυρίως προς την Λητώ τη μητέρα του Απόλλωνα – Διονύσου και της Αρτέμιδας – Δήμητρας. Λητήρ/ος· λάτουρ, λάταραι και λείτορες, κατά τον Ησύχιο, οι ιέρειες. Λητήρες και λήτειραι οι ιέρειες των σεμνών Θεών. Λειτουργός ο επί της θεραπείας της θεάς Λητούς και των άλλων θεών, ο σεβάζων, αδορεύων, θύων, θυμιών, σπένδων και λείβων. Λειτουργία η ιδιαιτέρα πράξις προς