Σελ. 2

Ελληνικά

ενθάρρυνε να επεξεργασθώ νέα ελληνική έκδοση, µε τις προσθήκες της Γαλλικής και µε νεώτερες.

Αλλ’ η εκραγείσα παγκόσµια θύελλα παρέσυρε μεταξύ των άλλων και την «Χρυσήν Διαθήκην»: την κατέστησε άχρηστη ουτοπία. Δεν απέµεινε πλέον παρά η «Σιδηρά».

Αι θεωρούµενες ως ηθικές βάσεις του ανθρώπινου βίου απεδείχθησαν οικτρά σαθρές. Η ανατροπή του παγκόσµιου ηθικού οικοδοµήµατος ήρθε µε το πρώτο φύσηµα της θύελλας. Όλα τα ηθικά φιλοσοφικά συστήµατα, από του πλατωνικού µέχρι των πολυωνύµων χθεσινών, απεδείχθησαν ανίκανα διά την μεταρρύθµιση της αµετάβλητης και πρωτογενούς αρχιτεκτονικής του ανθρωπίνου εγκεφάλου. Η ανθρώπινη ψυχή αποδείχθηκε µία σάπια λίµνη. Ο Αιώνας του Λίθου και ο Αιώνας της Βενζίνης απεδείχθη ότι δεν έχουν καμμιά ηθική διαφορά· χηµική µόνο έχουν. Γιά τα πτερωτά λοφία των ανθρωποφάγων, και διά τα πτερωτά λοφία των Ηγεµόνων, έχει µετά της αυτής γενναιοφροσύνης εκχωρήσει την ουρά του ο ίδιος Γυπαετός. Εποµένως η «Χρυσή Διαθήκη» δεν θα είχε σήµερα κανένα ευεργετικό προορισµό· τα ωραία λόγια της είνε πλέον δικαιωματικό κτήµα της ιστορίας, µέσα στις σελίδες της οποίας παρατάσσονται φιλάρεσκα όλες αι παραπλανήσεις του ανθρωπίνου πνεύµατος.

Έτσι απέµεινε µόνο η «Σιδηρά Διαθήκη»· η οποία αποτελεί µία αλυσίδα, της οποίας κάθε κρίκος, µικρός ή µεγάλος, είναι και από µία σκληρή και άκαµπτη αλήθεια, που πρέπει να λεχθεί πλέον απροκάλυπτα, όσο και αν φανεί απαισιόδοξη.

Ο κόσµος εδηλητηριάστηκε µέχρι σήμερα από τα «Ωραία Ψέµατα» των ιδεολόγων. Υποθέτω ότι το αντίδοτο του δηλητηρίου αυτού θα ήταν δικαιωµατικά η «Πικρή Αλήθεια». Το ανθρώπινο δέρµα, όμως, απεδείχθη αναίσθητο στις ποιητικές θωπείες, γιά να αισθανθεί έχει ανάγκη από ισχυρά ρεύµατα ηλεκτρισµού, που να ομοιάζουν µε ηλεκτρικές μαστιγώσεις.

Διά τούτο εκείνος που θα έχη την καλή θέληση, θα διαγνώσει διά µέσου των γραμμών της εργασίας αυτής την βαθύτέρη αγάπη προς τον Κόσµο και την στοργικότερη φροντίδα διά το μέλλον του, όπως διέγνωσε και ανεγνώρισε τούτο η πλειοψηφία των ξένων κριτικών. Π. Τ. Δ.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΦΩΣ ΕΚ ΤΩΝ ENΔON

Είχα ένα Πετεινό· τον αγαπούσα ωσάν να είχαμε γεννηθεί μαζί, ή ωσάν να επρόκειτο να πεθάνουμε μαζί. Διά τούτο αισθανόμουν την ανάγκη να τον έχω πάντοτε κοντά μου, όπως όλοι οι άνθρωποι, που αισθάνονται συνήθως την ανάγκη να έρχονται σε συνάφεια με κάποιο ζώο, που να ικανοποιείται η ψυχική τους ιδιοσυγκρασία.

Λοιπόν είχα και εγώ τον Πετεινό μου. Εις το είδος του ήτο ωραίος, ζωηρός, έξυπνος και προπάντων πολύ ονειροπόλος· το διέγνωσα από την ώρα που επροτιμούσε συνήθως να λαλεί τα μεσάνυκτα. Γι’ αυτό και το λάλημά του ήτο μία διαρκής μονωδία. Κανείς από τους άλλους πετεινούς δεν άφηνε τον ύπνο του διά να τον συνοδεύσει στο τραγούδι, ούτε καμία όρνιθα άνοιγε τα μάτια της γιά να τον προσέξει και να πει εις τον εαυτόν της: «Γιά τι λαλεί αυτός τέτοια ώρα, θα πει πως έχει κάτι το εξαιρετικό. Πoιός ξέρει τι έξυπνα πουλιά θα έβγαιναν από τ’ αυγά μου, εάν τους ετοποθετούσε αυτός τον πόλο του πνεύματος!». Τίποτα όμως· όλοι αναπαύονταν επωφελούμενοι της νύχτας, και ο φτερωτός ονειροπόλος εξακολουθούσε να αγρυπνεί μόνος, κατάμονος τα μεσάνυκτα, μεταξύ της Χθες και της Αύριον, σαλπίζοντας, ποιος ξέρει τι είδους «σιωπητήριo» γιά την μία, και τι είδους «εγερτήριo» διά την άλλη· μόνος κατάμονος μεταξύ πνευμάτων κοιμισμένων, και πνευμάτων που δεν εξύπνησαν.