Σελ. 2

Ελληνικά

δε μικροκουκκιά και κουτσομηλιά, του οποίου οι καρποί (λωτόμηλα) είναι εδώδιμοι, το δε ξύλο στερεό και εύχρηστο σε τορνευτά είδη·

β) άλλο είδος του Ομήρου και του Θεόφραστου, ομοίως δενδρώδες, η ζίζυφος, η κοινή τζιτζιφιά· και

γ) λωτός ο αιγύπτιος, ο οποίος είναι είδος νυμφαίας, φυόμενο στον Νείλο, η ρίζα και τα σπέρματά του είναι φαγώσιμα».

Επίσης στη λέξη Λωτοφάγοι διαβάζουμε: «Λωτοφάγοι εκαλούντο υπό των αρχαίων φυλή ειρηνική και φιλόξενος, οικούσα κατά τα Β της Αφρικής επί νήσου της μικράς Σύρτεως. Έτρωγον τους γλυκυτάτους καρπούς ιθαγενούς τινός είδους λωτού, εξ ών και οίνον κατασκεύαζον. Τον Οδυσσέα, αποπλανηθέντα και εις αυτούς, υπεδέχθησαν καλώς, οι δε σύντροφοί του τόσον εθέλχθησαν εκ της λωτοφαγίας, ώστε ελησμόνησαν την πατρίδα των».

Κατά ταύτα λωτός είναι η «μικροκκουκιά», ή «κουτσομηλιά» και τα «τζίτζυφα» ! Ο Hoefer όμως εκ των νεωτέρων στην «Histoire de la botanique» δεν δέχεται τον «Thamnus lotus», δηλαδή το ζίζυφο λωτό, αλλά ως λωτό του Ομήρου θεωρεί τον «Ceratonia siliqua», δηλαδή την κερατειά (κουντουρουδιά) = τες χαρούμπες, και δικαιολογεί την άποψή του ούτως: «Έχουν δηλονότι τα άνθη της «Ceratonia siliqua» γεύση ζαχαροειδή λίαν ευχάριστη, οφειλομένη στους μικρούς τρυφερούς λοβούς, οι οποίοι παρουσιάζονται πολύ πριν πέσουν οι κάλυκες. Αυτό δε ακριβώς δικαιολογεί τελείως την φράση «Άνθινον είδαρ», η οποία τόσους κόπους παρέσχε στον Σχολιαστή. Όσον δ’ αφορά τους μακρούς λοβούς, τους λεγόμενους χαρούμπες, αρκεί να γευθή τις, διά να εύρει αμέσως την μελιτώδη εκείνη γεύση, η οποία υπενθυμίζει τον μελιηδέα καρπό του Ομήρου.

Την άποψη όμως αύτη του Hoefer, αποκρούει ο Philippe Champault στο έργο του «Pheniciens et Grecs en Italie d’après l’Odessée», Paris 1906, και δέχεται ως τον λωτό του Ομήρου απλούστατα την χουρμάδα, την «Datte». «Evidemment, γράφει, il s’est la datte qu’il est impossible de peindre en trois mots d’une façon plus poetique et plus indicative» !

Δηλαδή προδήλως πρόκειται περί της χουρμάδας, την οποίαν τόσον ποιητικά και τόσο οριστικά διά τριών λέξεων εζωγράφισεν ο Όμηρος. Προτιμά δε την χουρμάδα του ζιζύφου και του ξυλοκεράτου, διότι αυτή έχει αξία γευστική και θρεπτική πολύ ανωτέρα, και διότι η χουρμαδιά, σε αντίθεση προς την ξυλοκερατιά, είναι δένδρο καθαρά αφρικανικό. «D’alleurs, προστίθησιν, άνθινον signifie fleuresque (s’il est permis de forger ce mot) plutot que fleuri».

Ο Philippe Champault προτιμά την χουρμάδα ως τον λωτό διά δυό λόγους: διότι αυτή έχει θρεπτική και γευστική αξία πολύ ανωτέρα και διότι η χουρμαδιά, σε αντίθεση προς την ξυλοκερατέα, είναι δένδρο καθαρώς αφρικανικό και δεν ευρίσκεται ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ιταλία. Άλλως τε, λέγει, παρατηρείται ακόμα ότι η χουρμάδα παράγει είδος σιροπιού μελιτώδους, το οποίο υπό των ιθαγενών καλείται «μέλι της χουρμάδας».

Βεβαίως ο ομηρικός λωτός δεν είναι ούτε ο λεγόμενος σήμερα λωτός, ούτε το ζίζυφον, ούτε το αγριοτριφύλλι, ούτε η μικροκουκκιά και κουτσομηλιά, ούτε η παρά τον Νείλο φυομένη νυμφαία, αλλ’ ούτε η χαρούμπα, την οποία τόσο εξυμνεί ο βοτανολόγος Hoefer, δηλαδή την τροφή των χοίρων, την οποία τόσο επιθυμούσε ο Άσωτος υιός του Ευαγγελίου, και κανένας δεν έδινε σ’ αυτόν, αλλ’ ούτε η χουρμάδα με τον μελιτώδη καρπό της και το σιρόπι της.

Τότε λοιπόν ποίος είναι ο ομηρικός λωτός, το άνθινον είδαρ;

Την χώρα των Λωτοφάγων εμείς πολλές φορές επισκεφθήκαμε και γευθήκαμε τον τόσο περίφημο λωτό. Όταν με επισκέφτηκε αδελφός Μητροπολίτης Μυτιλήνης μαζί επισκεφθήκαμε την θρυλική αυτή χώρα και με περισσή ευχαρίστηση γευτίκαμε το