Σελ. 2

Ελληνικά

Εγώ τότες εκρύφθηκα οπίσω από ένα φύλλο, αρκετά μεγάλο δια να κάμη σεντόνι μας· και από ’κείθεν’ έπρόβαινα όλος έντροµος κ’ εκοίταζα τον εξαίσιον εκείνον τι έκανε.

Στο δεξί του χέρι έβαστούσε λαβίδα, της οποίας τα δύο αντικρυνά δόντια, ήτανε πετσωµένα µε βαµδάκι, κ’ επήγαινε γυρεύοντας να πιάση έντοµα, τα οποία έβανε μέσα σε µία θήκη κρουσταλένια. Εννοείται δε ότι τα δι’ αυτόν έντοµα ήσαν τέτοια, πού, φερµένα στο μακελιό µας, σφαµένα και ’γδαρµένα, ηµπορούσανε να πουληθούνε σε λίτρα. Ότι η µικρή δι' αυτόν λαβίβα ήτον τεράστιον εργαλείον. Ότι ηΙ κρουσταλένια θήκη δια τα έντοµα ήτον όσο µία µας κάµαρα. Και το γυαλί το οποίον εβαστούσε µεταξύ φρύδι και µάγουλό του, ήτον όσο µία µας µεγάλη Ροτόνδα· επειδή όλα ήσαν ανάλογα.

Έτσι γυρεύοντας µέσ’ στα φύλλα, και δια της δυνάµεως του µικροσκοπίου του, δεν άργησε να µε ’ξανοίξη κ’ ευθύς εδιεύθυνε τη λαβίδα του κατ’ επάνω µου. Εγώ τότες εβάλθηκα να τρέχω με όλες µου τες δυνάµεις ζητώντας να φύγω, κρυβόμενος από φύλλο σε φύλλο, και από λάχανο σε λάχανο· αλλά τα διαστήµατα πού εγώ έπερνούσα, ήτανε δι’ αυτόν, οποία είναι δια εμάς τα διαστήµατα που τρέχουν· τα έντοµά µας· ήσαν δηλαδή όλα απουκάτου στα µάτια του, και εντός της λαβής του, χωρίς αυτός να χρειάζεται να κινήται διά να µε πιάση. Έτσι. δεν άργησε να με πιάση µε τη λαβίδα του. Μ’ έβαλε τότες απάνου στην παλάµη του, και μ’ εκοίταξε με µεγάλο του θαυµασµό και άδειασ' ευθύς όλα όσα έντοµα είχε η θήκη του και µ’ έβαλε εµέ µέσα· επειδή εφοβήθηκε και µε δίκηο, ότι άφίνοντας µέσα και τ’ άλλα έντοµα, ήθελ’ ίσως µε φάνε.

Μα τότες ο τεράστιος εκείνος δεν ηθέλησε να γυρέψη περισσότερα, αλλά με έβαλε στην πουσνάρα του, κ’ εκίνησ’ ευθύς δια τη χώρα.

Διά τη χώρα εκείνη, και διά καµµία τους άλλη χώρα, δεν ηξέρω να σας ειπώ τίποτα· επειδή, πεσοµένος είς τα χέρια τού έντοµολόγου, έπαυσα από του να είµαι άνθρωπος. και έγινα έντοµον. Ο εντοµολόγο χτήτοράς µου, φθασµένος εις την κατοικίαν του, µ’ έβαλε απουκάτου σε µίαν καµπάνα κρουσταλένια, απάνου στο γραφείoν του· κ’ εκεί σιµά εκάθησε κ’ εκείνος και πέρνοντας κοµµάτι χαρτί (κομμάτι όσο ένα μας μεγάλο σεντόνι), έγραψε.

«Κύριε Συντάχτη του... Παρακαλείσαι να καταχωρήσης είς το σημερινο φύλλo σου το ακόλουθο σπουδαίον.»

«Ό Κύριος Χ... αυτοκρατορικός έντομολόγος, δηλοποιεί εις τους έντομολόγους τής πρωτευούσης; ότι σήμερα περιεργαζόμενος τους αυτοκρατορικούς κήπους της εξοχής, ηύρε μέσα στα χόρτα έντομον νεοφανές καί σπουδαιότατον, επειδή κέκτηται καθόλα την μορφήν και το σχήμα του ανθρώπου. Προσκαλεί όθεν τους εν επιστήμη συναδέλφους δια την αύριον περί την ενδεκάτην της αυγής, δια να σπουδάσουν μαζύ όλοι το πρωτοφανές τούτο έντομον.»

Εν ταυτώ, νομίζοντας ότι εγώ είχα φυσικό μου φαγητό τα χόρτα εκείνα μέσα στα οποία με εύρηκε, είχε πάρει μαζύ του μία ρίζα από εκείνα, και μου την έβαλε άπουκάτου στην κρουσταλένια μου καμπάνα. Πραγματικώς, πεινώντας, εδοκίμασα εκείνο το χόρτο, μα είχε γεύση δυσάρεστη, και δεν ημπόρεσα να φάω.

Δεν λέγω άλλα περισσότερα καθέκαστα της διαμονής μου απουκάτου στην καμπάνα, επειδή εκείνα δεν ενδιαφέρουνε. και έρχομαι αμέσως εις τη συνέντευξη των εντομολόγων εκείνων.

Την ακόλουθον ημέραν οχτώ εντομολόγοι της μεγαλουπόλεως εκείνης επαρουσιάσθηκαν εις την κατοικίαν του αυτοκρατορικού εντομολόγου Κου Χ... καί τότε ο κύριος τούτος μ’ επήρε απάνου στην παλάμη του σκεπασμένονε πάντα με την κρουσταλένια καμπάνα, και μ’ έφερε σε μίαν αίθουσα, όπου επροσμένανε οι συνάδελφοί του εντομολόγοι όλοι γύρου σ’ ένα τραπέζι· και όλοι εφωδιασμένοι με μικροσκόπια.