σελ 2

Ελληνικά

Τότε άκουσα διά μέσου των στεναγμών να ξεφεύγη μία φωνή, που μόλις κατώρθωνε να την ωθή από τον λάρυγγα η δύναμις της αθανάτου ψυχής.

– Πτηνόν! πώς επλησίασες και διατί ακολούθησες του Προμηθέως τον δρόμο; Καταλαμβάνω το λάθος σου. Οι Αιώνες δεν άφησαν να σβυσθή της πράξεώς μου η φήμη. Άφησαν όμως να σβυσθή το πυρ μου.

Ερώτησα έκπληκτος; – Διά τι λοιπόν ετιμωρήθης συ με τρόπον τόσο σκληρό;

Ο αιώνιος Δεσμώτης εχαμογέλασε μελαγχολικά και απήντησε:

– Εγώ δεν εγεννήθηκα εις τον κόσμο όπως όλοι οι άνθρωποι· υπήρχε μέσα μου κάτι περισσότερο από τους άλλους. Υπήρχε ένα Εγώ, που θέλησα να το μοιρασθώ με τους ομοίους μου, διά να έχουν και αυτοί επίσης από ένα Εγώ.

»Ενόμισα πως το αντικείμενο αυτό ημπορούσα να το μοιρασθώ με όλο τον κόσμο, χωρίς να το στερηθώ και εγώ.

»Αλλοίμονο! αξιοθρήνητο υπήρξε το λάθος μου. Όλοι εκείνοι, που επήραν ένα μέρος από το Εγώ μου, αντί να υψώσουν υπερήφανα το κεφάλι εμπρός εις τον ίδιον εαυτόν των, το ύψωσαν εμπρός εις εμέ. Εμοιράσθηκαν ένα πλούτο και εζήτησαν κατόπιν να θαμβώσουν με αυτόν την πενίαν μου, που είχε καταντήση οριστική, Α! η ιστορία του Κόσμου δεν θα σου επιδείξη αγριώτερον τύραννον από το Εγώ του ανθρώπου· ή μάλλον αυτό το ανθρώπινο Εγώ είνε ολόκληρος η ιστορία του Κόσμου.

»Λοιπόν, εάν συναισθάνεσαι μέσα σου κάποιο Εγώ και είσαι τίμιος, μη επιθυμήσης ποτέ να κλέψης και από το Εγώ του άλλου· άφησε το ελάττωμα αυτό εις τους θεούς. Όμως διατήρησε το δικό σου. Εγώ καλά, και αυτό είναι αρκετό διά την ευτυχία σου. Και ακόνιζε την ψυχή σου διά να την κάμης όσο το δυνατόν ευαίσθητον· αλλά μη την μεταβάλης και εις ξυράφι, διότι θα κατακόψης πρώτα τα ίδια εντόσθιά σου.

»Δίνωντας ένα μέρος από το Εγώ σου, το χάνεις εντελώς· δίνεις ένα κρίκο από την δυνατή αλυσίδα που συγκρατεί την ύπαρξή σου· εκείνος, που θα κρατήση τον κρίκο, θα σύρη μαζύ με αυτόν και την αλυσίδα ολόκληρον...

»Κύτταξε: κρατώ εις το χέρι ένα πυρσό, που δεν του έμεινε τίποτε, ούτε μία σπίθα. Οι θεοί πολύ δίκαια ετιμώρησαν τον κλέφτη, διότι το θείον εκείνο πυρ, ήτο μεν προωρισμένο διά τον άνθρωπο, αλλ’ όχι με απ’ ευθείας μετάδοση. Είνε πολύ δριμύ και πολύ καυστικό διά τον ασθενή οργανισμό του.

»Διά τούτο οι θεοί το συγκερνούν με την φύση, και του το διοχετεύουν υπό διαφόρους μορφάς, ώστε η αφομοίωσις προς τον ανθρώπινο οργανισμό να είνε ευκολωτέρα και όσον το δυνατόν ακίνδυνος.

»Όμως εγώ ανόητα εσκέφθην. Ηθέλησα να συνενώσω αυτό πρώτα με το Εγώ μου και το έδωκα συγκερασμένο με αδυναμία· γι’ αυτό κατέστρεψα και τον εαυτόν μου και τον άνθρωπο, που δεν ήτο παρασκευασμένος ακόμη διά τέτοιο δώρο ο οργανισμός του. Έτσι, εγώ μεν επροσκολλήθην εδώ, μάταια προσπαθώντας να δρέψω της ευεργεσίας μου τους καρπούς από στείρο βράχο, ο δε άνθρωπος επήρε το ιερό πυρ και φωτίζει από τότε τον κόσμο με την ιδίαν του πυρκαϊά.

Εστέναξε ο Δεσμώτης και επρόσθεσε με πικρό χαμόγελο: – Θ’ ακούσης να λέγουν πως ο Προμηθεύς εσώθη από κάποιον Ηρακλέα. Ψεύμα! η κακία του ανθρώπου δημιούργησε ένα μύθο, και αυτός ήτο ο πρώτος πικρός καρπός της προς τους ανθρώπους ευεργεσίας μας. Τότε είπαν οι άνθρωποι μεταξύ των: – Ας ησυχάσουμε πλέον διά τον Προμηθέα, τον ευεργέτη μας· τον έσωσε ο Ηρακλής.

»–Αφού λοιπόν εσώθη, ας μη σκεπτώμεθα πλέον γι’ αυτόν».