Σελ. 2

Ελληνικά

Και η τρίτη, ενώ παλαιότερα και περιωρισμένης έκτασης ήταν και στην ύπαρξη των αντικειμενικών συνθηκών ωφειλόταν, σήμερα είναι διαδεδομένη σε άκρως επικίνδυνο βαθμό και οφείλεται αφ’ ενός μεν, και κατά τον μικρότερο λόγο, στις εξ αντικειμένου συνθήκες, αφ’ ετέρου δε στην υποκειμενικότητα ενός εκάστου –όπως αυτή έχει καθοδηγηθή στην διαμόρφωσή της– ως μονάδας μέσα στο σύνολο.

Ποιά από τις παραπάνω μορφές δουλείας ήταν, είναι και θα συνεχίση να είναι η πλέον επικίνδυνη, είναι το υπό εξέταση θέμα. Και λέγοντας «η πλέον επικίνδυνη», εννοείται και για τον δούλο και για τον κύριο του δούλου, τον αφέντη ή εξουσιαστή, κατά την τρέχουσα ορολογία. Ας τις δούμε μία προς μία, αρχίζοντας όχι με την σειρά που παρετέθησαν, αλλά από την ηθική δουλεία.

Ένας άνθρωπος ο οποίος λειτουργεί παραβαίνοντας προς τα πάνω το μέτρο, κάνοντας αυτήν την λειτουργία πρακτική της ζωής του με την συνεχή επανάληψη δημιουργεί «έθος», εξ ου και η ηθική κατά τον Αριστοτέλη. Ένας τέτοιος άνθρωπος λοιπόν, η ηθική του οποίου, ως εγγενής και επίκτητη, πάσχει κατά το δεύτερο σκέλος, δεν μπορεί να είναι χρήσιμος σε ένα κοινωνικό περιβάλλον. Επειδή όμως λειτουργεί «κατά μόνας», η επικινδυνότητά του, όσον αφορά στο σύνολο μιας κοινωνίας –πόλεως, κράτους, έθνους–, μάλλον αμελητέα είναι, χωρίς αυτό να σημαίνη ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με την θέσπιση, διδασκαλία και προβολή γενικώς αποδεκτών κανόνων ηθικής, ώστε το φαινόμενο να βρίσκη λιγώτερο πρόσφορο έδαφος για την «γέννησή» του, αλλά και κοινωνικού δικαίου, το οποίο θα λειτουργή ως «θεράπων ιατρός». Και ο Αριστοτέλης, και ο Πλάτων, και ο Πρωταγόρας –και όχι μόνον αυτοί– δέχονται ότι «παιδιόθεν» κτίζεται η ηθική του ανθρώπου. Το βέβαιον είναι ότι οι «κατά μόνας» λειτουργούντες «ηθικοί δούλοι» δεν αποτελούν κίνδυνο για την κρατική ή εθνική οντότητα, αφού, εξ άλλου, η μόνη επανάσταση την οποία μπορούν να κάνουν είναι αυτή η κατά του έθους τους, εναντίον δηλαδή του «κακού» εαυτού τους. Από αυτήν την δουλεία πρέπει πρωτίστως να απελευθερωθούν, ώστε ή χρήσιμοι στο κοινωνικό σύνολο να γίνουν ή συνειδητοί εχθροί του, για να συνεπιχειρήσουν την με οποιονδήποτε τρόπο αλλαγή του ή και κατάλυσή του. Όντες δε «ηθικοί δούλοι», δεν «γνωρίζουν» κύριο/αφέντη, ο οποίος θα ήταν δυνατόν να κινδυνεύη από συμπτωματική –λόγω της ιδιοδουλείας τους– αντίδραση.

Ας επικεντρωθούμε τώρα στις δύο άλλες μορφές δουλείας, όπου ο εξωτερικός παράγοντας –κύριος/αφέντης/εξουσιαστής– παίζει κυρίαρχο ρόλο, αποτέλεσμα βίας, δυναμικής υπερίσχυσης του νικητή/κυνηγού επί του ηττηθέντος/θηράματος.

Στην περίπτωση αυτήν όλοι οι αφέντες γνωρίζουν καλά την επικινδυνότητα της κατάστασης που έχει προκύψει από τα προηγηθέντα γεγονότα και βρίσκονται σε συνεχή επιφυλακή με την λήψη προληπτικών μέτρων εναντίον μιας καθ’ όλα πιθανής –βέβαιης είναι το ακριβές– εξέγερσης. Και τούτο επειδή πάλι γνωρίζουν πολύ καλά ότι –ιδιαίτερα στην περίπτωση της από «άγρα δουλείας»– μπορεί μεν να έχουν να αντιμετωπίσουν ανθρώπινα όντα κατώτερης επίκτητης πνευματικής δυνατότητας, αυτό όμως δεν τους κατατάσσει στην κατηγορία των ανεγκέφαλων, των ηλιθίων ή των απλά μη σκεπτόμενων και συνεπώς ακίνδυνων. Κάτι το οποίο δεν συμβαίνει με την άλλη περίπτωση, των δούλων που προήλθαν από πολεμική ήττα, οι οποίοι κάλλιστα μπορεί να είναι και πνευματικά ανώτεροι (βλ. Ρώμη–Ελλάδα). Στην περίπτωση αυτήν λειτουργούν εντελώς διαφορετικά, αφού a priori γνωρίζουν πως η αντίδραση είναι δεδομένη.