Σελ. 2

Ελληνικά

Ακολούθησε τον δρόμο µου και θα τα µάθης όλα.

 

4. Η ΑΡΕΤΗ

Έτσι ωµίλησεν ο Δαίµων και µε ώθησε προς τα εµπρός. Αλλ’ εφάνη ότι εσυγκρατήθη· ήλθε πλησίον µου και επρόσθεσε: Πριν προχωρήσης µακρύτερα, λόξευσε ολίγον διά να ιδής εκείνους, που ονοµάζουν Αιωνίους Δεσµώτας και Μάρτυρας του Φωτός. Εκείνους, που εκάησαν από το ίδιον φως των. Αλλά κατ’ αρχάς παρατήρησε από µακρυά ένα αλλο ανόητον θύµα, ανάξιον να προκαλέση τον οίκτον.

Το Φάσµα έτεινε το άσαρκον δάκτυλόν του προς το δεξιόν µέρος του Δρόµου. Το δάκτυλον εµάκρυνεν ωσάν µία σκοτεινή ακτίς και εσταµάτησεν επάνω εις ένα λόφον, όπου επαρουσιάσθη ένα παράξενον θέαµα εις τα έκπληκτα µάτια µου.

– Κύτταξε, είπε, εις την κορυφή του λόφου.

Και είδα εις την κορυφή ένα υψηλό και επίχρυσο θρόνο, από το πόδι του οποίου εφαίνετο κρεµασµένη µία ατυχής Βασίλισσα. Αλλά δεν ήτο σχοινί εκείνο που έσφιγγε τον λαιµό της. Ήτο η ιδία της η πορφύρα.

Ερώτησα τρέμωντας: Βασίλισσα είνε η κατάδικος αυτή, που ο θρόνος της ο υψηλός έχει γίνει και ικρίωµά της;

Ο Δαίµων εξερράγη εις γέλια και απήντησε: Ανόητον πτηνόν! Όσον υψηλότερα ευρίσκεται ένας θρόνος, τόσον και επικίνδυνος είνε γι’ εκείνον που κάθηται επάνω. Δεν υπάρχουν ασταθέστερα καθίσµατα από τους θρόνους. Η Ειµαρµένη έχει ιδιαιτέρα µανία να παίζη µε τα καθίσματα των ανθρώπων, ωσάν αδέξιος θαυματοποιός· τα πολύ τελέστερα και μεγαλοπρεπέστερα της φεύγουν συνήθως από τα χέρια, πίπτουν κάτω και συντρίβονται· το περίεργο δε είνε τούτο: ότι ο κόσμος δεν στενοχωρείται καθόλου διά την αδεξιότητα αυτήν· την χειροκροτεί μάλιστα με μεγάλη ευχαρίστησι. Διά τούτο λέγουν, ότι είνε δυσκολώτερον να διατηρήσης ένα θρόνο, παρά να τον αποκτήσης· είνε αλήθεια· αλλ’ είνε ακόμη δυσκολώτερο να πέσης απ’ αυτόν χωρίς να συντριβής.

– Κύτταξε την βασίλισσα εκείνη: της συνέβη το αντίθετο: Ο θρόνος δεν έπεσεν, αλλά έπεσεν αυτή· τα χέρια της έχασαν την δύναμιν να τον κρατήσουν, και κατήντησε να τον κατέχη με τον λαιμόν της. Έτσι, την ευρήκα χωρίς δύναμιν και την εκρέμασα από την ιδίαν της πορφύραν. Είνε η Αρετή.

– Και δεν έχει πεθάνει; Όχι δυστυχώς δεν πεθαίνει διά να ησυχάση ο Κόσμος από το μορμολύκειον αυτό. Αντλεί την δύναμίν της ακριβώς εις αυτήν την αδυναμίαν της.

– Αλλά πως δεν υπάρχει λοιπόν ζωντανή Αρετή εις τον κόσμον;

Εφ’ όσον ο άνθρωπος έχει στόμαχο και σάρκα, η Αρετή θα είνε πάντοτε ουτοπία.

Το θέαμα ήτο παράξενον. Μία πορφύρα που εφόνευε!

Είπα εις τον εαυτόν μου: Κρεμασμένη!… Η Αρετή!… τέτοια τιμωρία δεν είνε δυνατόν να κρατή αιωνίως. Καμμία ανθρώπινη πράξις δεν έμεινε χωρίς μυστικήν τιμωρίαν ή χωρίς μυστικήν αμοιβήν. Η Κακία, όσον και αν ζήση, πεθαίνει· η Αρετή, όσον καιρόν και αν φαίνεται πεθαμένη, κάποτε ζαναζή.

Και εζήτησα να πλησιάσω εις τον θρόνο της αλλά το Φάσμα με εκράτησε.

– Όχι, είπε· μη πλησιάσης. Εις τον δρόμον μου θα χάσης ίσως τα φτερά σου, αλλά θα σου μείνη το σώμα· εις τον δρόμον τον ιδικόν της θα χάσης το σώμα και θα σου μείνουν μόνον άχηστα και ανωφελή πτερά.

Σκέφθηκα: Εδώ θα χάσω τα πτερά μου και θα μου μείνη το σώμα· αλλά πώς θα πετάξω πλέον; και αι ακτίνες του ηλίου τι θα εύρουν επάνω μου, διά να δoξασθή η λαμπρότης του;