Σελ 2

Ελληνικά

Ας επιστρέψουμε στο πρώτο επίπεδο, για να δούμε αν σε μια τέτοια διαδικασία είναι δυνατόν να υπάρχη επιτεύξιμος στόχος, ακόμη και σε μια περιωρισμένη, τοπική έκταση – πόσο μάλλον αν προεκτείνουμε τις διαστάσεις της στο γενικό, το καθολικό. Γίνεται αμέσως εμφανές ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν ούτε καν να οριστή ως στόχος – πόσο μάλλον να επιτευχθή. Και ο λόγος δεν αποδίδεται στην πρακτική δυνατότητα της επίτευξης, αλλά στην μηδενική πιθανότητα οι απόγονοι να είναι «ίσοι» με τους γεννήτορες, γεγονός το οποίον επιβάλλει στον Προκρούστη το «επί ματαίω αενάως φονεύειν», κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους όποιους στόχους του, αφού δείχθηκε ότι «δεν φονεύει χάριν του φόνου». Τότε γιατί φονεύει ο Προκρούστης;

Ας το δούμε, αφού θυμηθούμε πως δεν φονεύει «κατ’ επιλογήν» αλλά τυχαία, δηλαδή όποιον τύχει να περνά από το σημείο που έχει στήσει την ενέδρα του, τουτέστιν «εκ συμπτώσεως» ή, προτιμότερο, λόγω «μη συμπτώσεως» των μηκών σώματος και κλίνης.

Με δεδομένο ότι δεν επιζητεί την θεραπεία της πλέον βασικής ανάγκης του ανθρώπου (το λιοντάρι φονεύει για να εξασφαλίση την τροφή του, που θα του επιτρέψη να συνεχίση να ζη, το ίδιο και ο παραμυθικός βρυκόλακας), ας δούμε τι άλλο μπορεί να τον ωθή σ’ αυτήν του την συμπεριφορά.

Είναι κίνητρό του η εκδίκηση; Απολύτως όχι. Και επειδή φονεύει τυχαίους διερχομένους, γίνεται εμφανές ότι δεν υφίσταται αίτιο επί προσωπικού· και απόντος του προσωπικού στοιχείου, δεν φονεύει εκδικούμενος κάτι γενικώς, αφού επιτρέπει σε κάποιους να ζήσουν, χωρίς αυτοί να είναι «ίσοι» ή «ίδιοι» με αυτόν, κάτι το οποίο δεν θα συνέβαινε, εάν επρόκειτο για «τυφλή εκδίκηση».

Είναι σαδιστής, προσλαμβάνει δηλαδή ηδονή μέσα από την διαδικασία του τρόμου στην οποία υποβάλλει τα θύματά του; Μπορούμε και πάλι να απαντήσουμε όχι με βεβαιότητα, διότι το «ναι» ή το «ίσως» θα ανατρεπόταν από την «χάρη».

Αποκτά μέσω της διάπραξης των τυφλών αυτών φόνων περιουσιακά στοιχεία – κίνητρο ικανό ακόμη και για φόνο; Το αποκλείει η μορφή του «τυχαίου», του μη «επιλεκτικού», του «τυφλού» των φόνων.

Τότε τι είναι; Τι φονεύει – πραγματικά ή μεταφορικά; Εκτός και αν ο μύθος έχει μόνο μεταφορική σημασία – και αυτό ακριβώς συμβαίνει, αφού ως πραγματικό γεγονός δεν δύναται να αιτιολογηθή. Και αν κάτι, ένα επικαλούμενο συμβάν, ένα αναφερόμενο γεγονός, μία προτεινομένη σκέψη στερείται αιτίου, γρήγορα το απορρίπτουμε ως ανυπόστατο, διότι ύπαρξη «αιτιατού άνευ αιτίου» αντιβαίνει στους φυσικούς νόμους – απλά δεν υφίσταται.

Η αιτία λοιπόν, το «αίτιον». Αφού και η φύση των διαδικασιών τις οποίες ακολουθούσε ο Προκρούστης αλλά και τα αποτελέσματα μας πείθουν ότι δεν ήταν «υλική» η ανάγκη που τον ωθούσε ούτε και η ικανοποίηση βαρβάρων αλλά ανθρώπινων συναισθημάτων ή ενστίκτων (εκδίκηση, σαδισμός), τι μένει να υποθέσουμε; Ποιο άραγε είναι το αίτιο μιας τέτοιας συμπεριφοράς; Και βεβαίως αφού το επίπεδο του συμβαίνοντος –αφ’ ενός ως εξ υποθέσεως και αφ’ ετέρου ως εκ της μη ύπαρξης κινήτρων που να αιτιολογούν τον φόνο– δεν είναι το υλικό, ποιό είναι; Η απάντηση «βγαίνει» μόνη της. Το επίπεδο του συμβαίνοντος δεν δύναται να είναι άλλο από το πνευματικό – το επίπεδο όπου δρα το πνεύμα.

Γυρίζουμε λοιπόν σ’ αυτό το επίπεδο, βέβαιοι ότι εδώ θα βρούμε τις απαντήσεις, αφού είναι εμφανές ότι στόχος του προθησεϊκού προκρουστείου τεκταινομένου ήταν το πνεύμα και αυτό ήταν που επιχείρησε να απελευθερώση ο ηλιακός ήρωας – όχι την ύλη.

Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι όλα τα ιερατεία –όπου η έννοια αφορά, σε όποιους χρόνους, σε όποιους χώρους– ένα στόχο είχαν, ένα έχουν, ένα θα έχουν – αυτή είναι η «φύση» τους: την «αναπηρία» και «δούλωση» του πνεύματος. Και τα δύο ταυτοχρόνως. Χωρίς διακρίσεις και έλεος.  Έτσι μόνον είναι δυνατόν να συνεχίσουν να υπάρχουν, δεν έχουν άλλον δρόμο – είναι ζήτημα επιβίωσης, του πρώτου κατά σειρά και κυριώτερου ενστίκτου του ελλόγου ή αλόγου όντος.

Γιατί το πνεύμα και όχι την ύλη; Διότι η δύναμη του ελλόγου όντος γεννάται στο πνεύμα – είναι το πνεύμα. Το πνεύμα είναι η μήτρα που μπορεί ασταμάτητα να γεννά «όπλα».  Όπλα τα οποία μπορούν να καταστήσουν το έλλογο ον, τον άνθρωπο, άτρωτο στην ύλη. Η οποία ύλη είναι πεπερασμένη και ως εκ τούτου η δύναμή της περιωρισμένη – του πνεύματος χωρίς όρια. Γεγονός το οποίο σημαίνει ότι όσο και να σου «κουτσουρεύω» την «ύλη», αν το πνεύμα σου είναι δυνατό, δεν μπορώ να σε νικήσω. Γι’ αυτό πρέπει να σου το «ευνουχίσω». Να το «φορμάρω» στα μεγέθη που με βολεύουν και από τα οποία δεν κινδυνεύω – ως «ιερατείο» βεβαίως, ως εξουσιαστής.