Σελ. 2

Ελληνικά

Έφτιαξε ποτάμια, δάση
κι ό,τι ο νους σου κατεβάση,
κι έναν κήπο ο καλός μου
μ’ όλα τα καλά του κόσμου.

Κι αφού κοίταξ’ όλ’ αυτά
και τα βρήκε ταιριαστά,
συνειδητοποίησε
πως κάτιτις δεν ποίησε.

Πήρε χώμα και νερό
κι έφτιαξε πολύ πηλό
όπως το εσκέφτηκε,
κάπου όμως μπερδεύτηκε
και περίσσεψε πολύ
από κείνη την ιλύ
τούβλα που ’θελε να φτιάξη
κι ένα σπίτι για ν’ αράξη.

Την μαζεύει με το φτυάρι,
τήνε ρίχνει στο χορτάρι,
γκαντεμιά να σου πετύχη,
άνθρωπο έφτιαξε στην τύχη.

Φύσηξε, είπαν, πνοή
που ’γινε αναπνοή
στο ανθρώπινο το σώμα
που ως τότε ήταν χώμα.

Λάθος όλοι έχουν κάνει
κι εξηγιέμαι μάνι-μάνι
πώς συνέβη η συγκυρία,
να μη μείνη η απορία: