Σελ 2

Ελληνικά

Εκλονίσθη η πεποίθησής της και αποφάσισε να κατεβάσει το δόρυ· διότι δεν ήτο βεβαία ούτε δι’ εκείνο που έκαμνε. Αλλ’ ήτο πλέον αργά.

Ένα γιγάντιο Φάσμα αναρθώθη εμπρός της και της αφαίρεσε το δόρυ· κατόπιν εγύρισε προς εμέ και μου είπε:

– Αυτό το όπλον θα το κρατήσω εγώ: είνε το κλειδί του κόσμου, που ανοίγει και την εμπροσθίαν και την οπισθίαν θύρα. Αυτή προσπαθεί να άνοίξη την πρώτη· άλλα διαρκώς απατάται στην κατεύθυνση, διότι ανοίγει πάντοτε την δευτέρα: εγώ τουλάχιστον προχωρώ κατ’ ευθεία προς την δευτέρα αυτή· κατέχω την συνείδηση της κατευθύνσεως, και δεν απατώμαι ποτέ.

Θα σου ανοίξω την θύρα αυτή και οδηγός σου θα γίνω.

Mη εκπλαγείς που το Κακόν θα γίνει οδηγός σου· αίτία είναι αυτός ο θεός, που έχει εις τον Διάβολο αδυναμία ακατανόητη γιά τους πολλούς, και του κάμνει συχνά καταπληκτικές παραχωρήσεις. Παρατήρησε εξιλασμούς των θρησκειών: ποτέ δεν ενοήθει θρησκεία, χωρίς να ρεύσουν τα δάκρυα η το αίμα ενός αθώου, που είχε το δικαίωμα από την ζωή να μη κλάψει ούτε να αιματοκυλιστεί.

Αυτά είπε. Κατόπιν χάθηκε πάλι και ξαναφάνηκε. Διότι ήτο και φάσμα και σώμα στερεό· ήτο σαρξ, γεμάτη από ζωή, και σκιά χωρίς σώμα· ύλη απαστράπτουσα και ατμός πνιγηρός.

Εσυμμαζεύετο ωσάν σκουλήκι και εξετυλίγετο έως τον αιθέρα ως αετός. Είχε μάτια γεμάτα γοητεία και η γλώσσα του στάλαζε μέλι.

Ερώτησα :

– Ποία είσαι συ, ω παράξενη σκιά, που απειλείς με το δόρυ αυτό, που άρπαξες από την Σοφία, να διπεράσεις τον ήλιο και να αιματοκυλίσεις τη γη;

Δεν απάντησε τίποτε. Ετέντωσε ένα δάκτυλον οπλισμένο με μαύρο νύχι και μου έδειξε δρόμο μακρύ και ίσιο, δρόμο χωρίς τέλος, που εχανόταν μέσα στο βάθος ενός ορίζοντος παράδοξου: εκολυμβούσε σένα σκιόφως απατηλό. Συνεχίζεται…