Σελ 2

Ελληνικά

και μετά έχουμε πιο καθαρή ει­κόνα της πολιτικής σκηνής. Παρατηρούμε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις μέσα στην πρώτη τάξη των ευγενών, που παίρνουν διαμετρικά αντίθετες θέσεις στα προβλήματα της εποχής τους.

Κυρίαρχο πρόβλημα της εποχής εκείνης ήταν η επανάσταση των ιωνικών πόλεων κατά των Περσών και ο ενδεχόμενος περ­σικός κίνδυνος για την ίδια τη χώρα.

Οι ολιγαρχικοί υποστήριζαν ότι η Αθήνα έπρεπε να μείνει ου­δέτερη και να μην προβεί σε κανένα μέτρο που θα μπορούσε να επισύρει την οργή των Περσών. Αντίθετα, οι δημοκρατικοί υποστήριζαν ότι έπρεπε να βοηθήσουν τις αδελφές ιωνικές πό­λεις και, ταυτόχρονα, να προετοιμάσουν την άμυνά τους σε συ­νεργασία με τη Σπάρτη και τις άλλες ελληνικές πόλεις, συνάπτοντας συμμαχία μαζί τους, ώστε να αντιμετωπίσουν τον Περσικό κίν­δυνο όλοι οι Έλληνες ενωμένοι.

Οι δημοκρατικοί πέτυχαν με την έγκριση της εκκλησίας του δήμου να σταλεί μια μικρή βοήθεια από είκοσι πλοία στις ιωνι­κές πόλεις. Η βοήθεια αυτή, γράφει ο Ηρόδοτος: στάθηκε αφορμή συμφορών στους Έλληνες και τους βαρβάρους.

Οι αποτυχίες των Ιώνων και η επικείμενη περσική απειλή έ­παιξαν αποφασιστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις στην Αθήνα.

Η παράταξη των ολιγαρχικών κατάφερε να συνασπίσει όλους εκείνους που ήθελαν να αποτρέψουν την εμπλοκή της Αθήνας στον ιωνοπερσικό πόλεμο. Με τους ολιγαρχικούς τάχθηκαν οι ουδετερόφιλοι υποστηρικτές της ειρήνης και οι φίλοι του τυράννου Ιππία, που είχε καταφύγει στην Περσία μετά την πτώση της τυραννίας. Στον συνασπισμό αυτόν προσχώρησαν και οι Αλ­κμεωνίδες συγγενείς του Κλεισθένη: ο ανεψιός του Μεγακλής και ο Αλκιβιάδης ο πρεσβύτερος, παππούς του μετέπειτα γνωστού μας Αλκιβιάδη.

Ο Συνασπισμός Ολιγαρχικών–Τυραννόφιλων–Αλκμεωνιδών κατάφερε να εκλέξει άρχοντα το 496 π.Χ. τον Ίππαρχο, συγγε­νή και φίλο των τυράννων. Η εκλογή του τυραννόφιλου Ίππαρχου σηματοδότησε τον κίνδυνο που διέτρεχε το πολίτευμα του Κλεισθένη.

Ο κίνδυνος αυτός ενεργοποίησε τους εχθρούς των τυράννων και στην πολιτική σκηνή παρουσιάστηκαν νέοι άνδρες, όπως ο Αριστείδης, ο Ξάνθιππος (πατέρας του Περικλή) και ο Θεμι­στοκλής, που τάχθηκαν όλοι με τη δημοκρατική παράταξη. Με τους δημοκρατικούς τάχθηκε και ο ποιητής Φρύνιχος, που ήταν πολύ δημοφιλής, και το ανέβασμα στο θέατρο της τραγωδίας του "Μιλήτου Ἅλωσις" έκαμε τους Αθηναίους "να ξεσπάσουν σε κλάματα" (ἐς δάκρυά τε ἔπεσεν τὸ θέητρον) και να αισθανθούν ενοχή που άφησαν τους αδελφούς Ίωνες αβοήθητους. Η πτώ­ση και η καταστροφή της Μιλήτου (494 π.Χ.) τους συγκλόνισε και βλέποντας τους Πέρσες να καταλαμβάνουν τη μια πόλη με­τά την άλλη –τη Χίο, τη Λέσβο, την Τένεδο– και το στόλο τους να περιπολεί τον Ελλήσποντο και το Βόσπορο, άρχισαν να α­νησυχούν και να εγκαταλείπουν την πολιτική ειρήνης και εφη­συχασμού των ολιγαρχικών. Το 493 π.Χ. εκλέγουν άρχοντα τον Θεμιστοκλή και του αναθέτουν να προχωρήσει αμέσως στην ο­χύρωση της Αθήνας. Το σχέδιο του Θεμιστοκλή ήταν να κατα­σκευάσει ισχυρό πολεμικό στόλο και να μετατρέψει τον Πειραιά, με τα τρία φυσικά λιμάνια του, σε μεγάλο οχυρό, με τείχος που θα οχύρωνε τον ανοιχτό όρμο του Φαλήρου. Το σχέδιο του Θεμιστοκλή δεν πρόλαβε να πραγματοποιηθεί, γιατί την κρί­σιμη εκείνη εποχή παρουσιάζεται στην πολιτική σκηνή ο Μιλ­τιάδης, απόγονος του Μιλτιάδη εκείνου που είχε δημιουργήσει την αθηναϊκή αποικία στη Χερσόνησο. Ο Μιλτιάδης πολέμησε κατά την Περσών στο πλευρό των εξεγερμένων Ιώνων και είχε σημαντικές επιτυχίες, καταλαμβάνοντας τη Λήμνο και την Ίμβρο. Μετά την καταστολή της ιωνικής εξέγερσης ήρθε στην Αθήνα με τους θησαυρούς και την ακολουθία του.

Οι ολιγαρχικοί χάρηκαν, γιατί τον θεώρησαν ως τον φυσικό τους ηγέτη.