Σελ. 2

Ελληνικά

Θα ήταν κανένας ναυαγός από τον ωκεανό της ζωής, απ’ εκείνους που δεν τους εξωθεί το κύμα προς τους απορρώγας (αποτόμους) βράχους, άλλα προς τας θύρας των ανθρώπων· που δεν φέρονται κατά του άμορφoυ γρανίτου, άλλα κατά του καλλιμόρφου μαρμάρου· που δεν συντρίβεται το κεφάλι των επάνω σε μία βραχώδη και αλάξευτη προεξοχή, δημιούργημα του χρόνου και του κύματος, άλλα συντρίβεται ασφαλέστερα επάνω σε μία μαρμάρινη γωνία, δημιούργημα της σμίλης, που χτύπησε επίμονα επάνω της, τής ματαιοδοξίας η σφύρα...

Είδα άνθρωπο να σπρώχνει με το πόδι του σπαράζουσα σάρκα, γιά να πειστεί εάν ζει· και το πόδι του διπλασίασε τον σπαραγμό της· και αντί να της δώσει την ζωή που έχανε, την αφαίρεσε εξ ολοκλήρου. Είχε λησμονήσει ο άνθρωπος, ότι τα χέρια τα έπλασε η αναγκαιότης του να σηκώνουν και από κάτω.

Και δι’ αυτό άπλωσα τα χέρια μου και πήρα μέσα εις την θερμή αγκαλιά μου το σώμα, που βαθμηδόν επάγωνε· και το έφερα στον θάλαμό μου, και το απόθεσα εις το κρεββάτι μου...

– Τότε άκουσα μία φωνή να λέγει:

Δεν με γνωρίζεις, ω άνθρωπε; συ όμως περισσότερο από κάθε άλλον όφειλες να με αναγνώρισης. Διότι, αν δεν αναγνωρίζεις σήμερα το ίδιο δημιούργημά σου, πως είχες την αξίωση να γνωρίζεις έναν κόσμο, που δεν κατόρθωσε ποτέ να μάθη ποίος τον δημιούργησε; τον κόσμο που δεν αντελήφθη ποτέ τον σκοπό της υπάρξεώς του, και θεώρησε πάντοτε τον εαυτό του ξένο από τον εαυτό του; τον κόσμο τον απέραντο, που ζήτησα την άκρη του και δεν τη βρήκα, που ζήτησα το κέντρο του και δεν κατόρθωσα να το καθορίσω;

Τι γνώρισες από όσα μου είπες; Και τι θα μάθεις από όσα θα σου πω εγώ;

Συ μου μίλησες πρώτος· και έβαλες κοντά μου εις την εικόνα του κόσμου με ολίγες συμβουλές, που θα μπορούσαν να φέρουν την ευτυχία τoυλάχιστoν σ’ ένα πετεινό. Ανόητε! το άπειρον πλαισίωσες, και ούτε συ κατάλαβες την πλάνη σου. Και δεν την είχα καταλάβει ούτε ενώ, την στιγμή που πηδούσα από το παράθυρο του γραφείου σου, με την ορμή του ακμαίου νου, που συναισθάνεται ακόμη μέσα του το αγνό και πρωτογενές σπέρμα της σοφίας, προτού ο καυστικός ήλιος της πείρας το καταστήσει ξηρό και άγονο.

Διότι –τώρα είμαι εις θέση να το βεβαιώσω– πλανώνται οι νομίζοντες ότι η σοφία και η πείρα είνε το ίδιον πράγμα. Όχι· με την σοφία γεννάται ο άνθρωπος και με την πείρα πεθαίνει. Η σοφία είνε πρωτονενής αγνότητα, είνε το πρωτόγονο φως, που κατέχει μέσα εις το απαλό κρανίο του το βρέφος· η πείρα είνε ο μολυβένιος όγκoς, που κλίνει προς τα κάτω από το βάρος του το σώμα του γέροντος συντριμμένο, και έλκεται από τον αμείλικτο νόμο της βαρύτητας προς το χώμα· και είνε τόσο περισσότερο η έλξης ακαταπολέμητος, όσο και μεγαλύτερο είνε το βάρος εκείνο.

Θυμάσαι τις νύχτες που καθόμουν στο γραφείο σου και σε ακολουθούσα στην σκέψη, κάτω από το περιορισμένο φως ένας λύχνου. Εκείνα τα άπλα που έγραφες τότε, ήσαν τόσον ευγενικά και τόσον ωραία. Αυτά που θα σου υπαγορεύσω εγώ τώρα, θα τα γράψεις κάτω από ένα ήλιο, λαμπρό και καυστικό, που το φως του μπορεί και να τυφλώνει τα μάτια – τον ήλιο της πείρας. Ολίγα έγραφες τότε με το φως του λύχνου σου· πολλά θα γράψεις τώρα με του ήλίου μου το φως. Αλλά πόσες φορές κάτω από το φτωχό φως ενός λύχνου, δεν γεννήθηκαν σκέψεις, που φώτισαν ωσάν ήλιοι, και πόσες φορές κάτω από το πλούσιο φως ενός ήλίου δεν γεννήθηκαν σκέψεις, που φώτισαν ωσάν λυχνάρια!