Σελ. 2

Ελληνικά

Το ίδιο πράγμα θεωρείται δίκαιο από μερικούς κι’ άδικο από άλλους ή καλό από μερικούς κι όμως κακό από άλλους.

Κανένα πράγμα δεν παρουσιάζεται στην καθαρή του μορφή, αλλά ενωμένο με φως, υγρασία, στερεότητα, θερμότητα, ψυχρότητα, κίνηση, αναθυμιάσεις και άλλες δυνάμεις.

Η ίδια μορφή φαίνεται διαφορετική ανάλογα με τις διαφορές των κατόπτρων.

Το δεξιό δεν είναι εκ φύσεως δεξιό, γιατί αν αλλάξουμε θέση θα είναι αριστερό. Ο πατέρας κι ο αδελφός είναι σχετικοί όροι. Πατέρας είναι κάποιος μόνο σχετικά με τα παιδιά του, η μέρα υπάρχει σχετικά με τον ήλιο, και όλα τα πράγματα σχετικά με τη διάνοιά μας.

Κάθε απόδειξη, ή σύγκειται από αποδεδειγμένα πράγματα, ή από αναπόδεικτα. Και αν μεν σύγκειται αποδεδειγμένα, θα χρειαστεί κάποια απόδειξη, κι έτσι θ’ έχουμε επ’ άπειρο αναδρομή.

Για να μπορούμε να ξέρουμε ότι ένα επιχείρημα αποτελεί απόδειξη, χρειάζεται ένα κριτήριο. Αλλά για να υφίσταται ένα κριτήριο, έχει ανάγκη από μια απόδειξη.

Το εξ υποθέσεως συναγόμενο συμπέρασμα δεν αποτελεί έρευνα, αλλά βεβαίωση, με τέτοιους συλλογισμούς μπορούμε να υποστηρίξουμε πράγματα που είναι αδύνατον να συμβούν.

Όποιος θέλει βάσιμα να μας βεβαιώσει για κάτι αισθητό ή νοητό, θα πρέπει πρώτα να μας αποδείξει την αλήθεια γύρω από τις σχετικές γνώμες.

Είναι αδύνατον να εκφρασθεί κρίση επί των αισθητών ή νοητών πραγμάτων, λόγω δε της ασυμφωνίας που υπάρχει στις σκέψεις, θα πρέπει να απιστήσουμε έναντι όλων, οπότε θα καταστραφεί το μέτρο του οποίου φαίνονται να προσδιορίζονται επακριβώς τα πάντα. Οπότε κάθε επιχείρημα θα έχει ίση αξία μ’ ένα άλλο.

Ούτε κείνο που μας πείθει πρέπει να θεωρείται πραγματικά αληθές. Γιατί ούτε όλους το ίδιο πράγμα πείθει, ούτε τους ίδιους πείθει διαρκώς. Η πειθώ, μπορεί να προκαλείται από τη φήμη του ομιλητή, από την επιδεξιότητά του ως διανοούμενου, ή από πανουργία, ή από την οικειότητα, ή τερπνότητα του θέματος.

Το κριτήριο, ή έχει κριτικά καθορισθεί ή όχι. Και αν μεν είναι «άκριτο» γίνεται «άπιστο» και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει το αληθινό απ’ το ψεύτικο. Αν όμως έχει κριθεί, θα ανήκει στην τάξη των επί μέρους κρίσεων, εις τρόπο ώστε «το αυτό» και κρίνει και κρίνεται και το κριτήριο απ’ άλλο κρίνεται, και κείνο απ’ άλλου, και έτσι συνεχίζεται άπειρες φορές.

Άλλοι θεωρούν τον άνθρωπο κριτήριο, άλλοι τις αισθήσεις, άλλοι το λογικό, μερικοί την κατανόηση, άλλοι την καταληκτική φαντασία. Αλλά ο μεν άνθρωπος και με τον εαυτό του διαφωνεί και με τους άλλους λόγω διαφόρων νόμων και ηθών. Οι αισθήσεις ψεύδονται, το δε λογικό λέει διαφορετικά πράγματα. Η κατανοούσα παράσταση τέλος, από το νου κρίνεται, αλλά κι ο ίδιος ο νους αλλάζει με διάφορους τρόπους. Άγνωστο επομένως είναι το κριτήριο και ως εκ τούτου και η αλήθεια.

Ένα σημείο δεν είναι νοητό, γιατί το νοητό: ή είναι φανερή κρίση από φανερά πράγματα, ή αφανής από αφανή, ή αφανής από φανερά ή φανερή από αφανή. Δεν είναι όμως κανένα απ’ αυτά. Άρα δεν υπάρχει σημείο. «Φαινόμενο φαινομένου» δεν είναι, γιατί αυτό που φαίνεται δεν έχει ανάγκη από σημείο. Ούτε «αφανές αφανούς» είναι, γιατί εκείνο που αποκαλύπτεται από κάποιο γεγονός, πρέπει να φαίνεται.

Το αίτιο είναι σχετικό. Γιατί σχετικό είναι το αιτιατό ως προς το αποτέλεσμα. Τα σχετικά μόνο επινοούνται, και δεν έχουν πραγματική ύπαρξη. Γι αυτό και το αίτιο, μόνο αντικείμενο σκέψεις μπορεί να είναι.