Π. Δημητρακόπουλος- Η Σιδηρά Διαθήκη

Ελληνικά

5. ΟΙ ΔΕΣΜΩΤΑΙ

Τότε εστράφη προς το άλλο μέρος του Δρόμου και εξέτεινε πάλιν το παράξενο δάκτυλό του.

– Βλέπεις εκεί κάτω; Είνε τα τρία μεγαλύτερα θύματα της νεκρής Βασιλίσσας: Εις τον βράχο ο Προμηθεύς· εις την είσοδο του σπηλαίου ο Σωκράτης εις τον σταυρόν ο Ιησούς. Τα δεσμά, το κώνειο και ο σταυρός υπήρξαν αι μόναι αμοιβαί, που οι δήθεν σωθέντες επρόσφεραν εις τους σωτήρας. Βλέπεις ότι ο άνθρωπος διά να λατρεύση την αρετή την φονεύει προτήτερα, και δεν γονατίζει προ των μαρτύρων, παρά μετά πολλους αιωνας· ουδέποτε αυθημερόν. Ούτε αναγνωρίζει εις αυτούς βασιλεία, παρ’ όταν βλέπη την πoρφύρα των βαμμένη εις το ίδιον αίμα των.

»Αλλά τι εκέρδισε τάχα η Αρετή από τούτο; ολίγιστοι διαβάται ελόξευσαν από τον δρόμο μου διά να προχωρήσουν προς αυτήν και να φέρουν εις τα δολοφόνα πόδια του θρόνου της τας προσφοράς της λατρείας των. Ποίος απ’ αυτούς εσηκώθη υπεράνω από τους άλλoυς; Εάν επλησίαζες εκεί, θα εσκόνταπτες με φρίκη επάνω εις ασάρκους σκελετούς και θα πνιγόταν από φαντάσματα.

»Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ερμήνευσαν κακώς ένα κοινό προορισμό: τον προορισμό της σαρκός. Πού ευρίσκονται τώρα; Διά τι δεν επανήλθαν διά να παρασύρουν και άλλoυς έξω από τον δρόμο μου και με μία συνεχή και επίμονη διάβαση να ισοπεδώσουν τον δρόμο εκείνο, που μένει τραχύς και ανώμαλος έπειτα από τόσους αιώνας;

»Ο δρόμος μου, χάρις εις την ακατάπαυστη διάβαση των ανθρώπων, έχει μείνει λείος, όπως η επιφάνεια γαληνιαίας θάλασσας. Ημπορείς να τον ακολουθής και με κλεισμένα μάτια. Δεν σημαίνει τί, αν κάτω από την επιφάνεια αυτή κρύπτεται άβυσσος· εάν έχης πεποίθησιν εις εμέ, ημπορείς να περπατήσης επάνω χωρίς να βυθισθής, όπως ο Πέτρος.

Πήγαινε και ερώτησε τους μάρτυρας εκείνους: θα σου δώσουν το μέτρον του μαρτυρίου των και του κέρδους των το μέτρο· και θα φρίξης από την δυσαναλογίαν.

– Αλλά πώς; αυτοί δεν έχουν πεθάνει έπειτα από τόσον καιρό; πώς θα ομιλήσουν;

– Όχι· δεν εδολοφονήθησαν διά να έχουν πεθάνει, είνε θύματα μιας αδικίας· γνώριζε δε, ότι η μικροτέρα αδικία είνε τρομερωτέρα και από την πλέον στυγερά δολοφονία. Η δολοφονία φονεύει και εξοφλεί τον άνθρωπo διά παντός· η αδικία του ανοίγει ατέλειωτους λογαριασμούς, που δεν τους εξοφλεί ποτέ, και όταν ακόμα τον έχη φονεύσει.

Αυτά είπε το Φάσμα. Και εχάθη διαπερών γρήγορα το άπειρον, ακολουθούμενο από ένα σκοτεινό άστρο, που έρριπτε τόσον παραδόξους ακτίνας, ώστε το σωμά μου να φαίνεται μαύρο και η σκιά μου λευκή...

6. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Τότε σκέφθηκα: – Διά ν’ ακολουθήσω μίαν διεύθυνση και ένα δρόμο ασφαλώς, πρέπει να ερωτήσω πρώτα αυτούς, που έστρεψαν επάνω τους έκπληκτα βλέμματα οι Αιώνες. Αληθινά, τους βλέπω απ’ εδώ εις μία δυσάρεστη κατάσταση, όπως συμβαίνει πάντοτε εις τα θύματα. Αλλά ποίος τάχα ημπορεί να με βεβαιώση, πως το μαρτύριό τους δεν είνε κάποια οπταπάτη, οφειλομένη εις την απόσταση, που με χωρίζει απ’ αυτούς; Ας συντομεύσω λοιπόν την απόσταση, που μεταβάλλει με απατηλό τρόπο τας όψεις των πραγμάτων εις την δράση.

Ακόμη δεν είχα τελειώσει την σκέψη μου, και ιδού εγώ μεταφερόμενος διά μέσου παγωμένης ατμοσφαίρας εις τους πόδας ενός βράχου.

Ένας άνθρωπος κατεσκληκώς εκρατούσε εις το αλυσοδεμένο χέρι του ένα πυρσό σβυσμένο. Απ’ επάνω του ένα όρνεο αχόρταγο που έσταζε από το ράμφος του αίμα, ανακάτωνε τους απαισίους κρωγμούς του με τους στεναγμούς του Δεσμώτου.