Ο Ομηρικός λωτός

Ελληνικά

Ο Ομηρικός λωτός

Το άνθηνον είδαρ, ο Μελιηδής καρπός

Ο Όμηρος στην «Οδύσσειά» του, αφηγούμενος τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα και των συντρόφων του, αναφέρει, ατάρ δεκάτη επέβημεν «γαίης Λωτοφάγων, οι τ’ άνθινον είδαρ έδουσιν». [όμως τη δεκάτη μέρα πατήσαμε το πόδι μας στη χώρα των Λωτοφάγων, που λουλουδένια τρώνε τροφή.] Άξιος αναφοράς είναι ο Α. Εφταλίωτης, ο μόνος που δεν εξηγεί το λωτό, αλλά τον αναφέρει όπως και ο Όμηρος: στους Λωτοφάγους ήρθαμε, που θρέφονται με τ’ άνθια.

«…ἀλλὰ σφι δόσαν λωτοῖο

πάσασθαι. τῶν δ’ ὃς τις λωτοῖο

φάγοι μελιηδέα καρπόν,

οὐκέτ’ ἀπαγγεῖλαι πάλιν

ἤθελεν οὐδὲ νέεσθαι,

ἀλλ αὐτοῦ βούλοντο

μετ' ἀνδράσι Λωτοφάγοισιν

λωτὸν ἐρεπτόμενοι μενέμεν

νόστου τε λαθέσθαι».

[Αλλά τους έδωσαν λωτό να δοκιμάσουν· απ’ αυτούς όποιος έφαγε το μελιστάλαχτο καρπό του, δεν ήθελε πιά να γυρίσει πίσω και να φέρει είδηση, αλλά ήθελαν εκεί να μένουν με τούς Λωτοφάγους και να τρώνε τον λωτό, ξεχνώντας τον γυρισμό στην πατρίδα.]

Αλλά ποιος ήταν αυτός ο μαγικός καρπός που κατεγλύκανε τους συντρόφους του Οδυσσέα, ώστε να θέλουν να μείνουν παντοτινά στους Λωτοφάγους, ξεχνώντας ακόμα και την επιστροφή τους στην πατρίδα;

Μεγάλο ερώτημα!

Ο αρχαιότερος Σχολιαστής του Ομήρου γράφει:

«Τοὺς Λωτοφάγους ἐν Λιβύῃ ὑποτίθενται εἶναι οἱ νεώτεροι· μέχρι δὲ νῦν Αἰγύπτιοι βοτάνην ξηραίνοντες ἀλοῦσι καὶ πέττοντες ἐσθίουσι. Λωτὸς δ’ ἔστι βοτάνη εὔοδμος. Ἔνιοι δὲ μυρόλωτον λέγουσι βρῶμα».

[Οι νεώτεροι υποθέτουν ότι οι Λωτοφάγοι βρίσκονται στη Λιβύη. Μέχρι τώρα όμως οι Αιγύπτιοι ξεραίνοντας ένα βότανο το αλέθουν και μαγειρεύοντάς το, το τρώνε. Ο Λωτός είναι βότανο μυρωδάτο. Μερικοί το ονομάζουν τροφή από μυρωδάτο λωτό.]

Επεξηγεί ο σχολιαστής το, «οι τ’ άνθινον είδαρ έδουσιν», λέγει: «άνθινον είπεν, ως τοιούτου όντος του λωτού οίον άνθους τινός· ου γαρ είπε δένδρου τινός καρπόν ή σπέρμα, αλλ’ άνθινον. Είδαρ δε βρώμα».

[Άνθινο είπε σαν να ήταν ο λωτός τέτοιο που είναι από λουλούδι· δεν είπε ότι είναι καρπός ή σπόρος από κάποιο δέντρο, αλλά από λουλούδι. Και είδαρ σημαίνει τροφή.

Οι αρχαίοι ασφαλώς αγνόησαν τον λωτό, ενώ καθημερινά εγεύοντο αυτού. Αλλά μήπως οι νεώτεροι τον γνώρισαν; Ανοίξαμε το πρώτο πρόχειρο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό και διαβάσαμε στη λέξη λωτός: «Γένος φυτών της οικογενείας των Κολοβοανθών, περιλαμβάνον πόας μετά κιτρίνων ανθέων.

Το γνωστότερο είδος και κοινότατο συστατικό των λιβαδιών σε ολόκληρη την Ευρώπη, είναι λωτός ο κερατιφόρος, κοινώς αγριοτριφύλλι, παρέχει αρίστη χορτονομή· είναι ίσως ο λωτός του Ομήρου, ο επαινούμενος από αυτόν ως τροφή των ίππων, στον οποίο όμως, κατά τον Sprengel και τον Fraas, αντιστοιχούν μάλλον διάφορα είδη τριφυλλιού και μελιλώτου. Εις τα τοιαύτα αναφέρονται βεβαίως και «λωτός ο ήμερος» και λωτός ο άγριος» του Διοσκουρίδη. Και άλλα διάφορα είδη λωτών διέκριναν οι αρχαίοι, ιδίως δε:

α) Λωτός το δένδρο, κατά τον Διοσκουρίδη, δένδρο ευμέγεθες ανά την Ν. Ευρώπη, Κέλτις υπό των νεωτέρων λεγόμενο, κοινώς δ’ εν Θεσσαλία λουτός (ή λωτός), αλλού