Νήσος – Νύσσα

Ελληνικά

Σήμερα στην καθημερινότητά μας χρησιμοποιούμε λέξεις που αγνοούμε παντελώς την ετυμολογία τους, και κατ’ επέκταση την αξία τους. Στην κυριολεξία μιλάμε εντελώς μηχανικά.

Γνωρίζουμε τον Διόνυσο; μας εξηγούν Διός+νύσσα, αλλά μέχρι εκεί, δηλαδή γεννήθηκε στη Νύσσα από το μηρό του Δία. Αγνοούμε όμως εντελώς την αρχική Πελασγική μας γλώσσα, με τις δεκάδες ή και εκατοντάδες ιδιωματισμούς· τη γλώσσα που μιλούσαν οι πανάρχαιοι προπάτορές μας.

Απόδειξη ότι δεν γνωρίζουμε είναι το γεγονός ότι συγχέουμε τον μηρό της μυθολογικής γεννήσεως–δημιουργίας του Διονύσου, με το πόδι του Διός. Διαβάζουμε στον λεξικό του Ησυχίου: Μηρός· τόπος αμπέλου, και ξύλον (ef. Apollod. Poliorc. P. 46 B), και το της καλάμης κώλον. και όρος (Theophr. IV 4, 1). Αν και τώρα δεν γίνει αντιληπτό, δεν φταίει η λέξη, αλλά εγώ που δεν καταλαβαίνω.

Ο Διόνυσος δημιουργήθηκε και γεννήθηκε ως Θεός της ζωής, της αμπέλου, του κρασιού, της χαράς, της ευωχίας, του κεφιού και ότι περνά απ’ το μυαλό του ανθρώπου για να περνάει ευχάριστα. Αν τα θέλει όλα δικά του ο Τυραννικός Δίας, δεν φταίει ο Διόνυσος. Ακόμα δεν καταλάβατε; Το «τυραννικός» το δανείζομαι από τον «Προμηθέα» του Αισχύλου. Συναφές το άρθρο «Θεός – Θυσία – Διόνυσος».

Πρέπει να κατανοηθεί ότι η γλώσσα μας δεν μπορεί να εξεταστεί μέσα από «σύνορα». Η εκφώνηση μιάς λέξης είναι ήχος και τον ήχο δεν μπορεί να τον δεσμεύσεις σε ορισμένο χώρο, είναι μήκος κύματος. Αν σήμερα το κάθε «Κράτος», προκειμένου να ισχυροποιήσει την υπόστασή του, θέλει για καθαρά πολιτικούς λόγους να οικειοποιηθεί την αποκλειστικότητα της γλώσσας, δεν φταίει η γλώσσα, αλλά οι εκμεταλλευτές της. Στην ουσία αλλάζουν το μήκος κύματος, θα έλεγα παραβολικά.

Έγραψα αυτό τον πρόλογο γιατί ό,τι ακολουθεί θα ταρακουνήσει ένθεν και ένθεν τους επαΐοντες, αφού για κάθε ελληνική λέξη μπορεί να γραφεί ολόκληρο βιβλίο.

Επιστρέφω στον Διόνυσο. Χωρίς δισταγμό θα μπορούσε να γραφεί και Διάνυσος. Τι θα αλλάξει; Στην μελέτη για τις «Αμαζόνες» αναφέραμε ότι: στην ελληνική γλώσσα πολλές φορές η λέξις «διά» συστέλλεται σε «ζα», όπως π.χ. διάλευκος ζάλευκος (πάλλευκος), διάπλουτος ζάπλουτος, διάκορος ζάκορος (κορεσμένος, χορτασμένος μέχρι τα μπούνια), Διάνυσος Ζώνυσος, διάκανθα ζάκανθα. Κατά παρόμοιο τρόπο από το δία (=φως) γίνεται διωή, κατά το διφορούμενο ία και ιωή = η φωνή, κατά συνέπεια δε της οποίας και η ζωή. Αυτά για το πρώτο συνθετικό «Διό – Διά».

Το δεύτερο συνθετικό του Διονύσου είναι η λέξη «νύσσα». Για να ετυμολογήσουμε τη λέξη ας ανατρέξουμε στις απαρχές της ελληνικής–Πελασγικής μας γλώσσας. Από τα «Πελασγικά» του Ιάκ. Θωμόπουλου, μεταφέρω: νύσσα· λίθος ή στήλη εν τω σταδίω χρησιμεύουσα ως σημείον αφετηρίας ή στροφής κατ’ αντίθετον διεύθυνση. Αλλά και στην αρχαία Ηπειρωτική, αλβανική διάλεκτο, νισάν· σημείον (στόχου, διακρίσεως κτλ.) νίσεμ εκκινώ, και στα εξελιγμένα αρχαία Ελληνικά νίσσομαι, 313.

Ας τα βάλουμε σε μία λογική σειρά· νύσσα, λίθος ή στήλη· χωρίς πολλές περιστροφές μας οδηγεί με ασφάλεια στην αρχική κατανόηση των Ηρακλείων στηλών, απολύτως λογικό αφού οι Ηράκλειες στήλες είναι σημείο αναφοράς της ελληνικής μυθολογίας, κυριολεκτούν και αποκαλύπτουν στους επαΐοντες, ότι το σημαίνον και το σημαινόμενο της ελληνικής γλώσσας, ήταν, είναι και θα είναι το κύριο συστατικό της μίας και μοναδικής ζωντανής γλώσσας, που μπορεί και γεννά νέες λέξεις εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δηλαδή, αν καταλάβατε καλά, ο Διόνυσος έχει άμεση σχέση και με τις Ηράκλειες Στήλες.

Αν αναρωτηθείτε, γιατί ψάχνουν –οι δήθεν ειδικοί– τις Ηράκλειες στήλες στου διαόλου τη μάνα; Μήπως πρέπει να εξορίσουμε και τον Διόνυσο και να τον μεταφέρουμε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού; Την απάντηση θα την λάβουν την κατάλληλη στιγμή.

Εμείς ένα ζητάμε από εσάς, να κατανοείται τα κείμενά μας, γιατί μαζί θα καθαρίσουμε το δρόμο από τα τριβόλια, που τόσα χρόνια μας εμπόδιζαν να βαδίσουμε την οδό της ιστορικής αλήθειας, που υποκρύπτει η «μυθιστορία» μας.

Κέντρο Συγκριτικής Γλωσσολογίας ο Αθηναγόρας